Χαρουπιά: καλλιέργεια (Ceratonia siliqua)




Ονομασία - Καταγωγή


Η καλούμενη ξυλοκερατιά, χαρουπιά, καρουπιά, κουτσουπιά ή κουντουρουδιά, την οποία οι αρχαίοι ονόμαζαν κερωνία, αιγυπτία συκή ή κερατέα. Ο καρπός της, ο οποίος σήμερα ονομάζεται ξυλοκέρατο, χαρούπι, καρούπι, κούτουρο ή κουντουχούδι ονομαζόταν αιγύπτιον σύκον ή κεράτιον. Κάπου αναφέρεται και με το όνομα ξυλόγλυκο.

Αυτό το δέντρο είναι γνωστότατο, φαίνεται να κατάγεται από τη Μικρά Ασίας και ίσως την Κυρηναία, τη σημερινή Βάρκα της Τρίπολης
(παράλια της Βόρειας Αφρικής) απ’ όπου, κατά πάσα πιθανότητα μετανάστευσε, καλλιεργήθηκε και εγκλιματίστηκε και έγινε ιθαγενές πρώτα στα νησιά του Αιγαίου πελάγους και μετά στις λοιπές ελληνικές χώρες της Ευρώπης, όπου σε πάρα πολλές είναι αυτοφυές σήμερα. Αυτό το συμπεραίνουμε από το ότι ο Θεόφραστος, ο πρώτος που το αναφέρει λέει ρητά ότι επί της εποχής του φύτρωνε στην Συρία, την Ιωνία και στην Κνίδο και τη Ρόδο· και ότι οι μεν Ίωνες την αποκαλούσαν κερωνία, κάποιοι δε αιγυπτίαν συκήν «διημαρτηκότες» εσφαλμένως γιατί δεν φύτρωνε πουθενά στην Αίγυπτο. Εντούτοις αν και, κατά τη μαρτυρία του Θεόφραστου, δεν φύτρωνε τότε η ξυλοκερατέα στην Αίγυπτο, δεν είναι απίθανο τα ξυλοκέρατα να μεταφέρονταν μέσω αυτής από την Κυρηναία στην Ελλάδα, και γι’ αυτό να ονομάζονταν από κάποιους αιγύπτια σύκα.

Στην Ιταλία εισήχθη από τους Έλληνες, όπως αποδεικνύεται από τις ονομασίες που χρησιμοποίησαν οι Ρωμαίοι για το δέντρο και τον καρπό αυτό. Την ξυλοκερατέα την ονόμαζαν ceratonia, δηλαδή κερατωνίαν και τον καρπό siliqua graeca, δηλαδή ελληνικό λοβό.



Οπωσδήποτε το δέντρο αυτό πριν από τη γέννηση του Χριστού δε φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο, μέχρι σήμερα, στα ευρωπαϊκά παράλια της Μεσογείου και ιδίως στα νησιά του Αιγαίου πελάγους και την Ελλάδα. Τα ξυλοκέρατα αναφέρονται ως χρησιμοποιούμενα, όπως και σήμερα, για τη διατροφή των ζώων και ιδιαίτερα των χοίρων, και ακόμη και τότε τη θεωρούσαν μετριότατη τροφή για τον άνθρωπος όπως συμπεραίνεται από την παραβολή του ασώτου, όπου αναφέρεται ότι αυτός «επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων, ων ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ ». Όπως αναφέρει ο Θεοφύλακτος φύτρωναν πάμπολλες ξυλοκερατιές στη Συρία και την Ιουδαία.

Και τότε ονομαζόταν συνηθέστερα κερατέα, και όχι με το ιωνικό όνομά της κερωνία· μετά πήρε την σημερινή ονομασία ξυλοκερατέα και χαρουπιά. Η τελευταία είναι αραβική (Kharrub), επικράτησε δε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, γιατί φαίνεται ότι κατά το Μεσαίωνα που οι Άραβες ήταν οι κύριοι σχεδόν όλης της Μεσογείου, ώθησαν και επέκτειναν στα παράλια αυτής της θάλασσας την καλλιέργεια αυτού του δέντρου και τη χρήση αυτού του καρπού.


Έτσι σήμερα οι Γάλλοι το δέντρο το αποκαλούν Caroubier και τον καρπό caroube, carobe ή caroyge (όπως και féce de Pythagore) · οι Ιταλοί το ονομάζουν catoba ή carruba και το δέντρο carobo, carrabo ή carrubio· οι Ισπανοί το λένε Algarrobo και οι Άγγλοι carob-tree και τον καρπό carob-bean.


Εκτός όμως από το αραβικό όνομα επικράτησε στους Ευρωπαίους και η περίεργη ονομασία δέντρο φέρον τον άρτο του Αγίου Ιωάννη (γαλλικά arbre àpain de Saint Jean, αγγλικά Saint John’s bread tree, γερμανικά Joannis Brodbaum), η οποία φαίνεται να προέκυψε από εσφαλμένη παράδοση, κατά την οποία οι αναφερόμενες ακρίδες που αναφέρονται από τους ευαγγελιστές Ματθαίο και Μάρκο, τις οποίες έτρωγε ο βαπτιστής Ιωάννης στην έρημο με μέλι άγριο, δεν ήταν παρά ξυλοκέρατα.

Σήμερα η ξυλοκερατιά συναντάται αυτοφυής ή καλλιεργούμενη σε όλα σχεδόν τα θερμά παράλια της Μεσογείου και ιδιαίτερα στη Συρία, την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κύπρο και άλλα νησιά του Αιγαίου πελάγους, στη Λακωνία και άλλα μέρη της Ελλάδας, στη Σαρδηνία, την Σικελία, την Καλαβρία και άλλα μέρη της Ιταλίας, σε μερικά μέρη της μεσημβρινής Γαλλίας και την Κορσική, στην Ισπανία και την Πορτογαλία καθώς και σε όλα σχεδόν τα παράλια της Αφρικής, δηλαδή το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τύνιδα, την Τρίπολη και την Αίγυπτο.. Από τους Ισπανούς μετανάστευσε και στο Μεξικό και σε μερικά μέρη της Νότιας Αμερικής.




Περιγραφή
Η ξυλοκερατέα ανήκει στην τάξη των Ελλοβοκάρπων, στην οικογένεια των Καισαλπινοειδών και στο γένος Κερωνία, του οποίου αποτελεί το μοναδικό είδος. Είναι δέντρο μακρόβιο, μετρίου μεγέθους, αειθαλές, αναπτυσσόμενο αργά, που φυτρώνει στα πιο άγονα, πετρώδη και ξηρά εδάφη και δεν αντέχει το κρύο πάνω από τους -7ο έως -8οC. κατά το δριμύ ψύχος του 1879-1880 σε πολλές ξυλοκερατιές στην Αθήνα διερράγη ο κορμός τους.



Έχει φύλλα σύνθετα από 4, 6, ή 8 φυλλαράκια, ωοειδή, ακέραια, λεία, σκυτώδη, βαθιά πράσινα, άνθη μικρά, κοκκινα σε μορφή βοτρύων, πολύγαμα, δηλαδή υπάρχουν δέντρα που έχουν μόνο αρσενικά άνθη και άλλα που έχουν μόνο θηλυκά και άλλα που έχουν αρσενικά και ερμαφρόδιτα (άνθη που έχουν τα αρσενικά και τα θηλυκά όργανα).


Πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτό καθώς είναι η βάση της καλλιέργειας αυτού του δέντρου για την παραγωγή καρπού.

Ο καρπός της χαρουπιάς, δηλαδή το ξυλοκέρατο, είναι λοβός πεπλατυσμένος, μακρύς 10-20 και πλατύς 2-3 εκ., σκυτώδης, υπομέλας, και περισσότερο ή λιγότερο σε μορφή κέρατου (γι’ αυτό και ονομάστηκε κεράτιον από τους αρχαίους), γεμάτος από σάρκα σακχαρώδη που περιβάλλει τους σκληρούς, κεραμόχροους σπόρους που βρίσκονται μέσα του κατά μήκος και σε σειρά. Καλύπτει πάρα πολλές ανάγκες του ανθρώπου όπως θα δούμε.




Υπάρχουν ελάχιστες ποικιλίες της χαρουπιάς. Κατά τους καλλιεργητές είναι:

α) η άκαρπος, που στην πραγματικότητα δεν είναι ποικιλία αλλά απλά αυτή που έχει αρσενικά άνθη και χρησιμεύει ως υποκείμενο για μπόλιασμα·

β) η άγρια, που έχει ξυλοκέρατα, λεπτά, τοξοειδή, ξυλώδη, μακριά 10-15εκ., που ωριμάζουν πιο νωρίς από τις άλλες ποικιλίες και είναι σχεδόν άχρηστα· χρησιμεύει σαν καλλωπιστικό δέντρο (δεντροστοιχιών) και ως υποκείμενο για μπόλιασμα·

γ) η ημιάγρια (Ceratonia siliqua vulgaris – Risso), που έχει άφθονους αλλά ινώδεις καρπούς που είναι χρήσιμοι μόνο για διατροφή των ζώων και για απόσταξη·
δ) η ήμερη (Ceratonia siliqua lalissima-Risso) η κατά προτίμηση καλλιεργούμενη που έχει λιγότερους καρπούς από την προηγούμενη, αλλά μακρούς, πλατείς, παχείς, πολύ σακχαρώδεις, γι’ αυτό και αποσταζόμενους, που τρώγονται ευχάριστα όχι μόνο από τα ζώα αλλά και από τους ανθρώπους.


Φυσικό περιβάλλον - Καλλιέργεια

Η χαρουπιά ευδοκιμεί σε κλίματα που φυτρώνουν χωρίς πρόβλημα τα εσπεριδοειδή, αλλά συναντάται αυτοφυής και σε ψυχρότερες χώρες· ωστόσο δεν την βρίσκουμε πέρα από τη ζώνη που περιλαμβάνει την ελιά.

Προτιμά τα ασβεστούχα χώματα, φυτρώνει και στα πιο πετρώδη και ξερά εδάφη και είναι ευεργέτημα για τις χώρες που είναι άγονες, γιατί παρέχει σχετικά άφθονο και θρεπτικό καρπό κατάλληλο για τη διατροφή ζώων και ανθρώπων. Δεν αναπτύσσεται όμως τόσο καλά όπως στα γόνιμα και σχετικά δροσερά μέρη, όπου αυξάνεται πολύ γρήγορα.

«Είναι», λέγει ο πολύς Γασπαρίνος (*), «απίστευτη η ταχύτητα με την οποία αυξάνει αυτό το δέντρο με το σκληρότατο ξύλο στα εκλεκτά εδάφη. Οι ενός χρόνου χαρουπιές σ’ αυτά τα εδάφη αποκτούν κορμό ύψους 3 έως 4μ., διαμέτρου δε 22 εκ.». Την παρατήρηση αυτή, την οποία πήρε από την περιγραφή του Fisclier, τη βρίσκουμε πολύ υπερβολική, γιατί σε γόνιμα και αρδευόμενα καλά εδάφη στο εδώ Δενδροκομείου, είδαμε σπέρνοντας χαρουπιά ότι αυτές αναπτύσσονται με σχετική πράγματι ταχύτητα, αλλά ποτέ με τόση όση περιγράφει ο Fischer. Ούτε οι Αίλαντοι ή οι Ευκάλυπτοι μέσα σ’ ένα χρόνο δεν αποκτούν έστω και τρία μέτρα, αν και θεωρούνται από τα ταχύτατα αναπτυσσόμενα σε γόνιμα εδάφη.


Είναι βέβαιο ότι η χαρουπιά, που είναι δέντρο που αναπτύσσεται αργά, σε γόνιμο έδαφος αναπτύσσεται σχετικά γρηγορότερα, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα σχεδόν τα φυτά. Δεν ευδοκιμεί στα ελώδη και υγρά εδάφη.


Πολλαπλασιασμός

Η χαρουπιά πολλαπλασιάζεται μόνο με τη σπορά και τον εμβολιασμό.

Η σπορά τους γίνεται κατά προτίμηση τον Απρίλιο όταν δεν υπάρχει πια φόβος να προσβληθούν από τους όψιμους παγετούς της άνοιξης.

Για το σκοπό αυτό οι σπόροι που έχουν εξαχθεί από τους λοβούς, μουλιάζονται για 3 ή 4 μέρες, σε νερό που ανανεώνεται καθημερινά. Σπέρνονται ή επί τόπου κάθε τρείς ή τέσσερις, ή πεταχτά σε σπορεία που έχουν προετοιμαστεί σε βαθιά σκάφη και με γενναία λίπανση.

Επειδή η χαρουπιά έχει ρίζα κάθετη και σε μεταφύτευση δύσκολα ριζώνει, η επί τόπου σπορά της είναι προτιμότερη, γιατί έτσι αποκτούν τη θέση στην οποία πρόκειται να μείνουν και να καρποφορήσουν τα δέντρα.

Στα ξερά κλίματα η διατήρηση της κάθετης ρίζας έχει μεγάλη σημασία, γιατί αυτή εισδύει νωρίτερα στα κατώτερα στρώματα του εδάφους και αντλεί το νερό από αυτά, το οποίοι δεν έχουν ή δεν είναι αρκετό στα επιπόλαια στρώματα, όπου, τουλάχιστο στα πρώτα χρόνια περιορίζονται οι ρίζες των μεταφυτευόμενων δέντρων. Μετά από μήνες ή ένα χρόνο από την επιτόπου σπορά αφαιρούνται τα φυτά που κρατιέται μόνο το πιο εύρωστο σε κάθε θέση σποράς.

Αυτές που έχουν σπαρθεί σε πρασιές αμέσως μόλις αποκτήσουν ύψους 4-5 εκ. βοτανίζονται και αραιώνονται, αφαιρούνται τα μικρότερα και τα ασθενέστερα, έτσι ώστε αυτές που θα απομείνουν στην πρασιά να έχουν μεταξύ τους απόσταση 5-10 εκ. Πριν και μετά την αραίωση οι πρασιές ποτίζονται και τα ποτίσματα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, κάθε 15 μέρες τουλάχιστον. Τέσσερις ή πέντε μέρες μετά από κάθε πότισμα οι πρασιές πρέπει να βοτανίζονται για να μην πνίξουν τα νεαρά φυτά τα αναπτυσσόμενα παρασιτικά χόρτα. Τον Αύγουστο μονοβεργίζονται, δηλαδή αφαιρούνται με κοφτερό μαχαίρι οι αναφυόμενοι βλαστοί από τα πλάγια του κεντρικού άξονα έτσι ώστε να αναπτυχθεί γρήγορα ο κορμός του.

Πηγές: ftiaxno.gr
Ελληνική Γεωργία Δεκέμβριος 1894

Photo: http://en.wikipedia.org/wiki/Ceratonia_siliqua


Tuta absoluta - φυλλορύκτης της τομάτας


Το έντομο tuta absoluta {φυλλορύκτης της τομάτας} είναι ένα μικρολεπιδόπτερο που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη απειλή για την καλλιέργεια της τομάτας.


Εισήχθη στην περιοχή της μεσογείου {στην Ισπανία το 2006}από τη νότιο Αμερική και βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες για να παράγει περίπου 10- 12 γενιές το χρόνο! Κάθε θηλυκό άτομο μπορεί να παράξει γύρω στα 250-300 αβγά μέχρι το τέλος του βιολογικού κύκλου και η αντιμετώπισή της παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.


Προσβολές



Η ζημιά προκαλείται από τις λάρβες του εντόμου (κάμπιες) οι οποίες ανοίγουν μεγάλες στοές και εισέρχονται μέσα στον καρπό αφήνοντας στα ανοίγματα τα περιττώματά τους . Η καταστροφή μπορεί να φτάσει και το 100%. Οι πολλές γενιές του εντόμου δημιουργούν προβλήματα καθόλη τη διάρκεια της καλλιέργειας της τομάτας (φύτρα έως ώριμοι καρποί) και σε όλα τα εναέρια τμήματα του φυτού (φύλλα, βλαστοί, οφθαλμοί, καρποί).

Επειδή οι λάρβες τρέφονται στο εσωτερικό του φυτού είναι δύσκολη η καταπολέμησή τους σε αυτό το στάδιο. Επίσης, τα έντομο έχει την ιδιότητα να αναπτύσσει πολύ γρήγορα ανθεκτικότητα στις χημικές ουσίες.




Εκτός από τις τομάτες, έχουν σημειωθεί προσβολές σε μελιτζάνες και πατάτες.

Αντιμετώπιση 


Για την αντιμετώπισή της προτείνεται η χρήση φερομονικών παγίδων για την παρακολούθηση του πληθυσμού ώστε να μπορεί ο παραγωγός έγκαιρα να επέμβει, προτού επεκταθεί η προσβολή. Επίσης, η χρήση παγίδων {στο θερμοκήπιο} για τη μαζική σύλληψη αρσενικών εντόμων χρησιμοποιείται ευρύτατα σε συνδυασμό με άλλα μέτρα φυτοπροστασίας. Παγίδες σύλληψης μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στις υπαίθριες καλλιέργειες, αλλά η αποτελεσματικότητά τους είναι μεγαλύτερη στο θερμοκήπιο.
Για τον βιολογικό έλεγχο του εντόμου έχουν αναφερθεί καλά αποτελέσματα από τη χρήση των παρασιτικών οργανισμών: 

Trichogramma pertiosum
Trichogramma achaeae (μείωση προσβολής κατά 91,74 % απελευθερώνοντας 30 ενήλικα/ φυτό κάθε 3-4 μέρες την περίοδο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 2008 στη νότια Ισπανία, Cabello et al., 2009)
Macrolophus pygmaeus
Nesidiocoris tenuis
Nabis pseudoferus (μείωση προσβολής 92-96% με την απαελευθέρωση 8-12 νυμφών αρχικού σταδίου σε κάθε φυτό, Cabello et al., 2009) 

Επίσης, επέμβαση με βάκιλο Θουριγγίας (Bacillus thurigiensis var. kurstaki) έχουν δείξει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ο συνδυασμός του με το παραστικό Trichogramma pertiosum στη Νότια Αμερική μείωση την προσβολή μόλις στο 2% της σοδειάς (Medeiros, et al., 2006)
Από τα βοτανικά εντομοκτόνα έχουν δοκιμαστεί το λάδι neem με επεμβάσεις είτε στο χώμα είτε με ψεκασμό στη φυλλική επιφάνεια. 

Γ ια τον χημικό έλεγχο του εντόμου στην Ισπανία έχει βρεθεί ότι οι δραστικές ουσίες imidacloprid, indoxacarb και spinosad και deltamethrin υπήρξαν αποτελεσματικές. 

Οι καλλιεργητικές πρακτικές που προτείνονται είναι η εφαρμογή αμειψισποράς (εναλλαγής καλλιεργειών) με μη σολανώδη είδη, η γρήγορη απομάκρυνση και καταστροφή των προσβεβλημένων φυτών, η καταστροφή των υπολειμμάτων στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου και η απομάκρυνση ζιζανίων και άλλων φυτών που συμπεριλαμβάνονται στα είδη που προσβάλλει το έντομο. 

Το σύστημα ολοκληρωμένης διαχείρισης (IPM) για την Tuta absoluta που προτείνεται από τους Robredo Junco et al., 2008 περιλαμβάνει:
μαζική παγίδευση εντόμων πριν από τη φύτευση
καθάρισμα του εδάφους από υπολείμματα καλλιέργειας
εφαρμογή imidacloprid με το νερό της άρδευσης 8-10 μέρες μετά τη φύτευση
επέμβαση με spinosad ή indoxacarb σε περίπτωση εντοπισμού μεμονωμένων εντόμων
απομάκρυνση και καταστροφή των φυτών που τελείωσαν την παραγωγή τους. 

Οι φερομονικές παγίδες νερού έχουν δείξει καλά αποτελέσματα στην Ισπανία και είναι η πιο οικολογική λύση στην προσβολή της tuta absoluta. Συστήνεται η τοποθέτηση 30- 40 παγίδων ανά εκτάριο.

πηγή πληροφοριών & αναλυτική βιβλιογραφία: tutaabsoluta.com

οι φωτογρφίες ανοίκουν: Prof. Yamina Guenaoui & Amine Ghelamallah, Algeria & EPPO

http://blog.livingreen.gr

Κολοκύθια, καλλιέργεια


κολοκυθια
Καλλιέργεια: Η καλλιέργεια των κολοκυνθών και της κολοκύθας είναι παρόμοια με του πεπονιού και του αγγουριού που είναι και αυτά μέλη της οικογένειας των κολοκυνθών.

Απαιτούν ζεστές μέρες και νύχτες για να ωριμάσουν καλά.

Σπορά: 1.5-5 εκατοστά βάθος (αναλόγως την ποικιλία)
Απόσταση φύτευσης: Στις σειρές σε χωράφι: 60-70 εκ. / Ανάμεσα στις σειρές: 90-150 εκ.
Ημέρες βλάστησης: 5-10




Εποχή σποράς-Θερμοκρασία βλάστησης: Φυτεύουμε την άνοιξη όταν οι θερμοκρασίες είναι 21-35 C
Προτεινόμενη εποχή σποράς για υπαίθρια καλλιέργεια: Μάρτιο-Αύγουστο
Έδαφος: Κρατήστε το χώμα υγρό με σάπια φύλλα και βρεγμένα άχυρα ή χορτάρια όταν αρχίζουν οι ζέστες.

Συγκομιδή: Μαζέψτε τα καλοκαιρινά κολοκυθάκια όταν είναι μικρά για βραστά ή φρέσκα και μέχρι 20 εκατοστά για τηγανιτά. Τα μικρά κολοκυθάκια θα γίνουν υπερβολικά μεγάλα σχεδόν σαν κολοκύθες αν δεν τα κόψετε.

Οι χειμωνιάτικες κολοκύθες είναι έτοιμες για συγκομιδή όταν ο φλοιός τους χάνει τη φυσική λάμψη τους. Μετά από το στάδιο της πλήρης ανάπτυξής τους, αφήστε τις κολοκύθες άλλες 10-15 ημέρες να ωριμάσουν και κόψτε το κοτσάνι 3 εκατοστά πάνω από την κολοκύθα. Μην αφήσετε τα φρούτα να κρυώσουν. Αποθηκεύστε τες σε καλά αεριζόμενο μέρος με θερμοκρασίες 7-16°C.

Συγκαλλιέργεια κολοκυθιών

Τα κολοκύθια μπορούν να καλλιεργηθούν μαζί με καλαμπόκι-πεπόνι-τάτουλα-ραπανάκι-καπουτσίνο-κατιφέ-ρίγανη.
Ο κατιφές αποτρέπει τους κανθάρους και η ρίγανη παρέχει τη γενική προστασία παρασίτων. Το νεροκάρδαμο αποτρέπει τα ζωύφια.
Δεν καλλιεργούντε μαζί με πατάτες.

Ασθένειες: Τα κολοκύθια προσβάλλονται από περονόσπορο, ωίδιο, και βακτηριακή μάρανση. Για να αποτρέψετε τη μάρανση των κολοκυθιών διατηρήστε μία σταθερή υγρασία στο έδαφος.


Έντομα εχθροί: Ανακατέψτε στάχτη μέσα στο χώμα πριν την φύτεψη τους για να μειώσετε τα σκουλήκια των κολοκυνθών.

Για μικρές ποικιλίες άλλη μία στρατηγική είναι να τσιμπήσετε τις αναπτυσσόμενες κορφές τους, όταν φτάσουν τα 30-60 εκατοστά μάκρος.
Χρησιμοποιήστε πύρεθρο ή sabadilla για τον έλεγχο του σκαθαριού του αγγουριού  και του σκαθαριού των κολοκυνθών.
Καταστρέψτε τα αυγά του σκαθαριού της κολοκύθας με το χέρι ή τοποθετήστε τα σε ένα δοχείο με νερό και σαπούνι. Για να παγιδέψετε τα σκαθάρια του κολοκυθιού τοποθετήστε τάβλες ή σανίδες γύρω από την βάση των φυτών.
Τα σκαθάρια θα κρυφτούν από κάτω από τις σανίδες το βράδυ και μπορούν να μαζευτούν εύκολα νωρίς το πρωί.
Μερική έξτρα προστασία για τα σκουλήκια των κολοκυθών μπορεί να παρθεί, αν εφαρμόσουμε ροτενόνη γύρω από τη βάση των φυτών.
Κρατώντας τα φυτά κάτω από κάλυμμα μέχρι την ανθοφορία επιμηκύνει την επιβίωση του φυτού. Χρησιμοποιήστε ανθεκτικές ποικιλίες όπου έχετε πρόβλημα αν σας είναι εφικτό.

Σώσιμο σπόρου: Υπάρχουν 4 είδη από κολοκύθια και κολοκύθες.

Η διασταύρωση γίνεται συνήθως εύκολα μέσα στα ίδια είδη ποικιλιών και σπάνια μεταξύ ειδών.
Απομόνωσε τις ποικιλίες του ίδιου είδους με μικρότερη απόσταση 200 μέτρων για σπιτική χρήση.
Η παραγωγή αγνών σπόρων απαιτεί γονιμοποίηση με το χέρι ή απομόνωση από άλλη ποικιλία σε απόσταση 400-1600 μέτρων, αναλόγως την μεριά φύτεψης.

Πως γίνονται άσπερμα τα κολοκύθια και τα αγγούρια. 

Στα γεωπονικά ευρίσκονται δύο μέθοδοι για να κατορθώσει κανείς να κάνει κολοκύθια χωρίς σπόρο (άσπορα.
Κατά τους Καντιλίους αυτό κατορθώνεται αν βραχεί ο σπόρος που είναι για σπάρσιμο μέσα σε σηνάμινο έλαιο.
Κατά δε του Βάρωνα αν παραχωθούν οι καυλοί του φυτού και αφεθούν οι κορφές έξω, αφού δε μεγαλώσουν και αυτές και παραχωθούν οι κληματσίδες τους, αυτό δε να γίνει τρεις ή τέσσερις φορές και να κόβονται τα μεταξύ μέρη. Το τελευταίο μέρος της κολοκύνθης που δε συνεχίζεται με τα άλλα δίδει άσπερμα κολοκύθια. Αυτό μπορείς να το δοκιμάσεις και στα αγγούρια.
Πηγή: Γεωργική και οικιακή οικονομία παρά Γρηγόριου Παλαιολόγου-Τόμος 2ος-Εν Αθήναις 1835



Οδηγός ειδών ποικιλιών κολοκύθων και χαρακτηριστικά τους. (Cucurbita spp)

C. pepo: Οι ποικιλίες pepo συνήθως τρώγονται πριν την πλήρη ωρίμανσή τους σαν καλοκαιρινά κολοκυθάκια επειδή συνήθως δεν διατηρούνται για πολύ καιρό. Τα φρέσκα κολοκυθάκια είναι απαλά σε γεύση και συνήθως φτιάχνονται βραστά, ψητά ή τηγανιτά.

Η ποιότητα της σάρκας ελαττώνεται κατά την αποθήκευσή τους και οι περισσότερες ποικιλίες τρώγονται καλύτερα σε ένα μήνα από την συγκομιδή τους. Οι θαμνώδεις pepo ποικιλίες είναι καλύτερα να φυτεύονται στη σειρά. Δοκιμάστε κολοκύθες λούφα ή Tromboncino που είναι ανθεκτικές στα έντομα για παραγωγή κολοκυθιών.

C. maxima: Πολλές ποικιλίες από αυτή την ομάδα γίνονται αρκετά μεγάλες. Τα πάνε αρκετά καλά στη αποθήκευση, από μερικούς μήνες μέχρι ένα χρόνο ή και περισσότερο αναλόγως την ποικιλία. Η σάρκα έχει εξαίρετη υφή και πολύ καλή γεύση. Δυστυχώς οι ποικιλίες maxima είναι γενικώς ευαίσθητες στη μάρανση, στα σκουλήκια και σε άλλα έντομα.


C. moschata: Οι ποικιλίες moschata είναι εξαιρετικές για διατήρηση. Η σάρκα τους είναι συνήθως πορτοκαλί στο χρώμα, γευστικές, γλυκές και συχνά μυρωδάτες. Οι moschata ταιριάζουν για πίτες και κέικ, αφού συχνά ψήνονται ή βράζονται. Οι ποικιλίες αυτές έχουν καλή αντοχή στο σκουλήκι των κολοκυθιών και στο σκαθάρι του αγγουριού όταν τα φυτά περάσουν το στάδιο του σπόρου. Κατά την περίοδο της ανάπτυξης των φυτών, οι ποικιλίες moschata χρειάζονται βραδινές θερμοκρασίες πάνω από 16°C για να αναπτυχτούνε καλά.


C. argyrosperma: Οι περισσότερες μίξης έχουν μακρά παράδοση να καλλιεργούνται στο νότο και είναι λιγότερο δημοφιλής από ότι τα παλιά χρόνια. Το φρέσκο τους χρώμα είναι συνήθως απαλό κίτρινο ή κρεμώδης, με χονδροειδές κάπως σχήμα και δεν είναι τόσο γλυκές και γευστικές όσο οι maxima και οι moschatas.

Συνήθως μαγειρεύονται με γλυκαντικά όπως μαύρη ζάχαρη ή ψήνονται με γεμιστά μίγματα. Μερικές καλλιεργούνται κυρίως για τους γευστικούς και μεγάλους σπόρους τους που κάνουν πολύ καλά σνακ. Όπως οι moschata έχουν καλή αντίσταση στο σκουλήκι των κολοκυθιών και στο σκαθάρι του αγγουριού. Σαν ποικιλία έχουν την καλύτερη αντοχή στην ξηρασία.


Ποικιλίες κολοκυνθειών

Grey-C. pepo

Ωρίμανση: 52-60 ημέρες
Μικρομεσαίο κολοκυθάκι με γκρι-πράσινο χρώμα. Έχει εξαιρετική γεύση και υφή.
Γίνονται γεμιστά, ψητά, βραστά. Συνεχίζει να παράγει κολοκυθάκια για πολύ καιρό.



Costata Romanesco-C. pepo

Ωρίμανση: 52-60 ημέρες
Έχει μεγάλα φύλλα με γκρι-πράσινα και ανοιχτού πράσινου νευρώσεις και κηλίδες. Ιταλικού τύπου. Έχει πολύ γρήγορη παραγωγή σε κολοκύθια και αργότερα καλή παραγωγή σε αρσενικά λουλούδια που μπορούν να γίνουν γεμιστά. Η σάρκα του είναι νόστιμη και με μαλακό δέρμα. Αν το αφήσετε να γίνει κολοκύθα μπορείτε να το κάνετε ψητό σε πίτες.



Early Prolific Straightneck-C. pepo
Ωρίμανση: 48-50 ημέρες
Τα κολοκύθια είναι ίσα με χρώμα λεμονί κίτρινο και το σχήμα τους δεν είναι πάντα ομοιόμορφο.. Η ποιότητα και η γεύση τους είναι εξαιρετική. Τα φυτά είναι μεγάλα, ανθεκτικά, και παραγωγικά.





Ανοιχτοπράσινα κολοκυθάκια-C. Pepo


Spaghetti Squash-C. Pepo

Ωρίμανση: 90 ημέρες
Οι κολοκύθες γίνονται 20-25 πόντους περίπου και από αχνές κίτρινες γίνονται κιτρινωπές όταν ωριμάσουν. Η σάρκα του είναι απαλή κίτρινη και σπάει σε μικρές λωρίδες όπως του σπαγγέτι. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πίτες ή να φαγωθεί βραστό. Βράζουμε για 20 έως 30 λεπτά και αφαιρούμε τη σάρκα με το πιρούνι.



Rouge Vif D'Ιtampes-C. maxima
Ωρίμανση: 110 ημέρες
Γαλλική παλιά ποικιλία προ του 1900. Έχει κοκκινωπό πορτοκαλί καρπό. Στρογγυλή ριγωτή ομοιόμορφη κολοκύθα κατάλληλη για πίτες και διακόσμηση. Είναι γνωστή σαν την ποικιλία της σταχτοπούτας ‘Cinderella’. Κάνει κολοκύθες βάρους 5-12 κιλών. Αποθηκεύεται πολύ καλά


Luffa edible-Ποκιλία κολοκύθας για φυσικό σφουγγάρι

Ωρίμανση: 150 ημέρες
Θέλουν πολύ καιρό να ωριμάσουν για αυτό φυτέψτε από νωρίς. Είναι ανθεκτικές στα έντομα και γίνονται μεγάλες και αναρριχόμενες, για αυτό δώστε τους αρκετό χώρο. Όταν ωριμάσουν πλήρως τα βάζετε σε ζεστό νερό να μαλακώσει η εξωτερικός φλοιός τους τα καθαρίζεται και μένει ο σκληρός εσωτερικός φλοιός τους που χρησιμοποιήστε σαν σφουγγάρι ή φίλτρο.






Φασόλια καλλιέργεια



Φασόλια καλλιέργεια
Τα φασόλια χρησιμοποιούνται σε χλωρά κατάσταση ως λαχανικά ή εντελώς ξερά, σαν όσπρια.
Στη πρώτη περίπτωση, η καλλιέργεια αυτών γίνεται σε μικρές εκτάσεις και με ιδιαίτερες περιποιήσεις, στη δεύτερη, σε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις αλλά με λιγότερες φροντίδες.
Πάντως όμως οι απαιτήσεις μένουν περίπου οι ίδιες, όσες μάλιστα αφορούν το έδαφος και το κλίμα.

Τα φασόλια είναι φυτά μονοετή, της οικογένειας των ψυχανθών. Τα φύλλα τους είναι σύνθετα, ομαλά ή τραχεία, μυτερά στο άκρο, το στέλεχος και οι βραχίονες λεπτοί και αυλακωτοί, κοντοί στις νάνες ποικιλίες και μακριοί στις αναρριχώμενες. Τα άνθη είναι λευκά, ρόδινα ή βιολέ και παρουσιάζονται ανά 2 έως 8 είτε και περισσότερα. Οι καρποί, δηλαδή οι λοβοί και οι σπόροι αποκτούν διάφορο μέγεθος, σχήμα και χρώμα, αναλόγως των ποικιλιών που ανήκουν.

Κλίμα-Εποχή φύτεψης
Γενικώς, τα φασόλια είναι πολύ ευαίσθητα και φοβούνται εξαιρετικά το κρύο. Η μικρότερη παγωνιά τα εμποδίζει να βλαστήσουν και ν’ αναπτυχθούν. Κατά συνέπεια, η σπορά αυτών πρέπει να εκτελείται πολύ αργά και μόνο όταν παρέλθει ο κίνδυνος από τις παγωνιές και τις πάχνες της ανοίξεως. Στους ζεστούς τόπους, η σπορά μπορεί να γίνεται κατά Μάρτιο-Απρίλιο, στους ψυχρούς και ορεινούς κατά τα τέλη Μαΐου ή αρχές Ιουνίου, για δε τις όψιμες καλλιέργειες εξακολουθεί μέχρι του Αύγουστου.

Έδαφος-Λίπανση
Ως προς το έδαφος, τα φασόλια ευδοκιμούν σε όλα τα χώματα εκτός από τα πολύ σφικτά και υγρά υπερβολικά ασβεστούχα. Κυρίως, όμως αρέσκονται και δίδουν καλή παραγωγή σε ποσότητα και ποιότητα στα εδάφη μέσης συστάσεως και σχετικώς δροσερά, αλλά απαραιτήτως στραγγερά και γόνιμα. Ως φυτά ψυχανθή, έχουν την ιδιότητα να χρησιμοποιούν το άζωτο της ατμόσφαιρας και επομένως δεν έχουν ανάγκη από κοπριά, ιδίως όταν διαδέχονται άλλες καλλιέργειες που έχουν λιπανθεί. Παρά ταύτα όμως, στα φτωχά χώματα το κόπρισμα, πρέπει να θεωρείτε αναγκαίο, κυρίως, για την υποβοήθηση και την ενδυνάμωση της βλαστήσεως, στην αρχήν. Η κοπριά πρέπει να είναι χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ πριν από την σπορά, σε ποσό 1500-2000 οκάδ. στο στρέμμα. Προκειμένου για καλλιέργεια προς παραγωγή ξηρών φασολιών, η κοπριά πρέπει να συμπληρώνεται με χημικά λιπάσματα φωσφοροκαλιούχα τύπου 0-12-6, σε ποσό 40-50 οκάδ. στο στρέμμα. Σε εδάφη πλούσια από οργανικές ουσίες είναι προτιμότερα τα σκέτα χημ. λιπάσματα, απλά ή σύνθετα. Για κάθε στρέμμα, κατά μέσον όρο, από τα απλά χημ. λιπάσματα, απαιτούνται 30-40 οκ. υπερφωσφορικό, 15-18 οκ. χλωριούχο κάλι και 8-10 οκ. νιτρικό νάτριο. Από δε τα σύνθετα 60-80 οκ. του τύπου 0-12-6 ή 4-10-5.

Η προετοιμασία του εδάφους συνίσταται στην καλή κατεργασία αυτού με 2-3 οργώματα και σβαρνίσματα, ώστε να ψυλοχωματιστεί εντελώς. Όταν η προηγουμένη καλλιέργεια είναι σκαλιστική και επαρκώς λιπασμένη, τότε, γίνεται συμπληρωματική εργασία και λίπανση ανάλογος ή και καθόλου.

Σπορά
Η σπορά των φασολιών γίνεται σε βραγιές, ή σ’ αυλάκια παράλληλα και σε αποστάσεις διάφορες, σύμφωνα με την ποιότητα της γης και προ πάντων, τις ποικιλίες. Γενικώς, οι νάνες (χαμηλές) πρέπει να σπέρνονται κατά αποστάσεις 30-40 πόντους, οι δε ψηλές (αναρριχώμενες) κατά αποστάσεις 40-60 πόντους. Επίσης ανάλογες πρέπει να είναι και οι σειρές, στις όποιες σπέρνονται από 40-80 πόντους, η μία της άλλης. Σε βραγιές, πλάτους 1,20—1,50 μ. οι νάνες ποικιλίες σπέρνονται σε 3 σειρές σταυροειδώς, οι δε ψηλές σε 1 ή 2 σειρές.
Η εργασία της σποράς γίνεται με τσαπί ή μικρό σκαλιστήρι. Με αυτό ανοίγονται γουβίτσες στις αποστάσεις πού πρέπει, Κάι στη κάθε μια τοποθετούνται σκορπιστά 3-5 σπυριά, τα οποία σκεπάζονται σε βάθος 3 - 4 πόντους. Κατά τη στιγμή της σποράς το χώμα πρέπει να βρίσκεται στο ρόγο του, άλλως πρέπει να ποτίζεται 1-2 ημέρες νωρίτερα.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται 3-4 οκ. φασόλια, αναλόγως πάντοτε των ποικιλιών και του τρόπου της καλλιέργειας. Προς συντόμευση της βλαστήσεως, πρέπει να μουσκεύονται μερικές ώρες στο νερό και να σπέρνονται μόλις αρχίσουν να φουσκώνουν. Κατ’ αυτή την μέθοδο το φύτρωμα γίνεται σε 2-3 ημέρες.

Σκαλίσματα
Μετά τη βλάστηση, όταν τα φυτά αποκτήσουν 4 -5 φύλλα και πριν ανθίσουν, πρέπει να δίδεται το πρώτο σκάλισμα, κατά το όποιο γίνεται και ελαφρό παράχωμα. Ύστερα από 2 - 3 εβδομάδες ακολουθεί δεύτερο σκάλισμα και παράχωμα συνήθως, δύο σκαλίσματα είναι αρκετά, άλλως δίνεται και τρίτο, εάν είναι ανάγκη.

Πότισμα

Τα ποτίσματα πρέπει να γίνονται τακτικά και άφθονα από τις πρώτες ημέρες τις βλαστήσεως μέχρι τέλους της συγκομιδής. Αλλά στην αρχή να είναι συχνότερα μέχρι της ανθήσεως, οπότε πρέπει να διακόπτονται ή να περιορίζονται, για να μη προκαλείται το ρίξιμο των λουλουδιών. Τότε, η υγρασία καλύτερα να συγκρατείται με το σκάλισμα ή σκέπασμα με λίγη αχυροκοπριά. Μετά το δέσιμο των καρπών, τα ποτίσματα πλέον εξακολουθούν τακτικά και συχνά, κάθε 3-4 ημέρες, σύμφωνα με την κατάσταση του εδάφους, της εποχής και ακόμη των ποικιλιών. Για τ’ αναρριχώμενα φασόλια, είναι ανάγκη να τοποθετούνται από ενωρίς στηρίγματα, κλαδιά ή καλάμια, τα οποία μπήγνονται δίπλα στις ρίζες, λίγο λοξά, ώστε να συναντώνται στις κορυφές και να δένονται ανά 3- 4, σε σχήμα πυραμίδος.

Συγκομιδή
Η συγκομιδή των χλωρών φασολιών πραγματοποιείται μετά 2-3 μήνες από την σπορά, αναλόγως, εννοείται, τού τοπικού κλίματος και της πρωιμότητας των καλλιεργουμένων ποικιλιών. Κατά τη συλλογή, πρέπει οι λοβοί να είναι ακόμη τρυφεροί και να μαζεύονται κάθε 2-3 ημέρες, για να εξακολουθεί η άνθηση και συνεπώς η δημιουργία νέων καρπών για πολύ. Αντιθέτως, όταν παραμένουν και αρχίσουν τα σπυριά να χοντραίνουν και να σκληρύνονται τότε, η βλάστηση καθώς και η καρποφορία σταματούν.
Με τον σκοπό όπως η παραγωγή παρατείνεται και υπάρχουν πάντοτε χλωρά φασόλια, η σπορά πρέπει να επαναλαμβάνεται καθ’όλη τη καλοκαιρινή περίοδο μέχρι του Σεπτεμβρίου, οπότε η συγκομιδή μπορεί να εξακολουθεί ως τις πρώτες παγωνιές του φθινοπώρου.
Κατά γενικό κανόνα, για την πρώτη παραγωγή της ανοίξεως πρέπει να προτιμούνται οι χαμηλές ποικιλίες, για τη καλοκαιρινή οι αναρριχώμενες, επειδή αντέχουν περισσότερο στη ξηρασία, και για την όψιμη, δηλ. την φθινοπωρινή, πάλι οι χαμηλές.

Για την παραγωγή ξηρών φασολιών, οι λοβοί πρέπει ν’ αφήνονται στις μάνες τους, να ωριμάζουν εντελώς. Όταν αρχίσουν να κιτρινίζουν και να ξεραίνονται μαζεύονται και αφού αποξηρανθούν στον ήλιο, κοπανίζονται ή αλωνίζονται και λιχνίζονται, για να χωριστούν τα σπυριά από τις φλούδες.

Αμειψισπορά και συγκαλλιέργεια
Στην Αμειψισπορά, τα φασόλια πρέπει να προηγούνται κάθε άλλης καλλιέργειας και να ακολουθούν πάντοτε τα σκαλιστικά. Στους λαχανόκηπους, συνήθως, διαδέχονται τα σπανάκια, τα κουνουπίδια, τις πρώιμες τομάτες κλπ. Ως προς την καλλιέργεια μπορούν να συνδυαστούν με το καλαμπόκι ή ανάμεσα σε σειρές από μποστανικά, οι χαμηλές όμως ποικιλίες.

Παραγωγή απόρου
Προς απόκτηση καλών σπόρων φασολιών πρέπει να διαλέγονται οι πρώτοι λοβοί πού σχηματίζονται και οι οποίοι αφήνονται να ωριμάσουν καλά. Για να διατρέφονται και να χοντραίνουν περισσότερο, πρέπει να διατηρούνται ελάχιστοι σε κάθε ρίζα, και, κατά προτίμηση εκείνοι που βρίσκονται προς τη βάση των φυτών. Τα λουλούδια της κορυφής πρέπει να κόβονται πριν ακόμη δέσουν. Προκειμένου για μεγάλη παραγωγή σπόρου, καλό είναι, να γίνεται χωριστή η καλλιέργεια επίτηδες, σε κατάλληλο μέρος και με τις αναγκαίες περιποιήσεις.

Ποικιλίες
Τα φασόλια έχουν πολυάριθμες ποικιλίες και παραλλαγές, οι οποίες βρίσκουν διάφορες προτιμήσεις στη καλλιέργεια και την κατανάλωση, κατά τις συνήθειες εκάστου τόπου. Γενικώς, διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, στις νάνες, χαμηλές και στις ψηλές τις αναρριχώμενες. Κάθε μία από αυτές, περιλαμβάνει πλήθος ποικιλιών, με λοβούς διαφόρου μεγέθους, σχήματος και χρώματος, καθώς και φλοιούς σκληρούς, περγαμηνοειδής ή τρυφερούς και εξ ολοκλήρου φαγώσιμους. Επίσης οι διάφορες ποικιλίες και παραλλαγές διακρίνονται από το μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα των σπυριών τα οποία είναι, στρογγυλά, κυλινδρικά, πλακερά και με χρώμα λευκό, μαύρο, καφέ, βιολέ, παρδαλά κλπ.

Από την κατηγορία των νάνων ή χαμηλών, οι σπουδαιότερες ποικιλίες είναι :

Φασόλια Φλαζιολέ άσπρα. Τα φυτά γίνονται χαμηλά 30-40 πόντους. Κάνουν λοβούς πράσινους, πλατιούς και σπυριά εντελώς άσπρα, μακρουλά, πολύ καλής ποιότητος χλωρά ή ξηρά. Η ποικιλία αυτή παρουσιάζει πολλές παραλλαγές, με σπυριά πρασινωπά, μελιτζανιά, σοκολατιά, κόκκινα ή κίτρινα.
Φασόλια κίτρινα. Τα φυτά είναι χαμηλά 25 - 30 πόντους πολύ παραγωγικά και πρώιμα. Οι λοβοί γίνονται πλακεροί και κίτρινοι δίχως ίνες (κλωστές), οι σπόροι των δε είναι κιτρινόλευκοι.
Φασόλια καναρινιά. Είναι ανάλογα προς τα προηγούμενα, άλλοι λοβοί τους έχουν ανοικτό καναρί χρώμα, είναι ολίγο διαφανείς και γίνονται πάντοτε πρωιμώτεροι. Θεωρείται εκλεκτή ποικιλία. Καλλιεργείται για πολύ πρώιμη και πολύ όψιμη παραγωγή.
Φασόλια Βελγίου μαύρα. Τα φυτά γίνονται πολύ χαμηλά και κάνουν λοβούς μακριούς αλλά με ίνες. Τα σπυριά των είναι κοντά, μαύρα, καλής ποιότητας .
Φασόλια άσπρα βουτυράτα. Τα φυτά είναι χαμηλά και πολύ παραγωγικά. Κάνουν πλατιούς λοβούς λευκοκίτρινους, δίχως ίνες, και σπυριά πρασινωπά. Είναι ποικιλία πολύ πρώιμη, για χλωρή παραγωγή.
Φασόλια Αλγερίου μαύρα. Αυτά κάνουν κιτρινωπούς λοβούς σαρκώδεις, αλλά με ίνες. Τα σπυριά των είναι μαύρα και σχεδόν στρογγυλά. Η ποικιλία αυτή έχει πολλές παραλλαγές, νάνες και αναρριχώμενες.
Φασόλια Άσπρα στρογγυλά. Οι λοβοί γίνονται πράσινοι, περγαμηνοειδείς με σπυριά στρογγυλά, άσπρα. Καλλιεργούνται μάλλον για ξηρά παραγωγή, ιδίως στην Αλμωπία (Καρατζόβα) με το όνομα παππούδας.
Φασόλια κοινά. Είναι συνήθεις τοπικές παραλλαγές η νόθες, οι όποιες καλλιεργούνται για παραγωγή ξηρών φασολιών.

Από την κατηγορία των αναρριχωμένων, οι κυριότερες ποικιλίες και πλέον συνήθεις στη καλλιέργεια είναι :
Φασόλια τσαουλιά ή Φραγκοφάσουλα. Τα φυτά γίνονται υψηλά και αναρριχώνται. Οι λοβοί είναι πρασινωποί, σαρκώδεις πολύ πλατιοί και δίχως ίνες, που τρώγονται ολόκληροι, όταν είναι τρυφεροί. Τα σπυριά είναι λευκά, πλακερά σε σχήμα νεφρού. Υπάρχει και παραλλαγή αυτών με λοβούς στενότερους αλλά επίσης τρυφερούς και σαρκώδεις.
Φασόλια μακαρόνια. Τα φυτά αναρριχώνται σε ύψος 1,50-2 μ. και έχουν βλάστηση εξαιρετικώς ζωηρή. Οι λοβοί των είναι σαρκώδεις, μάκρους 20 - 25 πόντους κυλινδρικοί και με βαθειά αυλακιά στη ράχη. Είναι δίχως ίνες και τρώγονται ολόκληροι. Τα σπυριά είναι λευκά και μακρουλά. Πρόκειται περί εκλεκτής και πολύ καλλιεργούμενης ποικιλίας.
Φασόλια μπαρμπούνια. Τα φυτά αναρριχώνται πολύ και είναι εκτάκτως παραγωγικά. Οι λοβοί είναι πράσινοι, ολίγο πλακεροί και σαρκώδεις, δίχως ίνες, τρωγόμενοι ολόκληροι. Τα σπυριά είναι λευκά, σχεδόν στρογγυλά. 'Η ποικιλία αυτή είναι μία εκ των καλλίτερων και των ποιό πολύ καλλιεργούμενων. Ονομαστά μπαρμπούνια είναι Ιδίως των Ιωαννίνων.
Φασόλια χάνδρες. Ταύτα είναι ανάλογα των προηγουμένων, μικρότερης όμως παραγωγής και οψιμότερα. Οι λοβοί είναι ποιό κοντοί και στρογγυλοί, συνήθως ρόδινοι, τα δε σπυριά παρδαλά με βιολέ, μαύρες η ρόδινες πλατείες γραμμές. Παραλλαγή αυτών είναι τα χελιδονοφάσουλα, τα οποία «ατά το ήμισυ είναι μαύρα και το άλλο ήμισυ άσπρα.
Φασόλια γίγαντες. Τα φυτά λαμβάνουν εξαιρετικές διαστάσεις και αναρριχώνται σε ύψος 3-4 μ. Συνήθως διατηρούνται και τον δεύτερο χρόνο, όταν προφυλάσσονται από τις παγωνιές. Οι λοβοί των γίνονται μεγάλοι με φλοιούς σκληρούς και περγαμηνοειδείς μη φαγώσιμοι. Τα σπυριά είναι χονδρά και πλατειά, σαν τα κοινά κουκιά, χρώματος λευκού. Είναι πολύ καλή ποικιλία κατάλληλη για ξηρά παραγωγή.
Φασόλια γίγαντες βιολέ. Ταύτα είναι ανάλογα με τα προηγούμενα, με την διαφορά ότι τα σπυριά αποκτούν χρώμα βιολέ με ρόδινες άτακτες γραμμές.
Φειδοφάσουλα. Τα φυτά αναρριχώνται σε μεγάλο ύψος και είναι πολύ ζωηρά. Χαρακτηρίζονται κυρίως από τούς εξαιρετικά μακριούς κυλινδρικούς λοβούς, οι όποιοι αποκτούν, συνήθως, 60-80 πόντους μάκρους. Δεν έχουν ίνες, και τρώγονται ολόκληροι, αρκεί να είναι τρυφεροί. Τα σπυριά των είναι μικρά, χρώματος σοκολατί και ελάχιστα, σχετικώς με το μάκρος, βρισκόμενα σε αραιότατα διαστήματα.

Γυφτοφάσουλα ή αμπελοφάαουλα ή ψιλά φασόλια. Αυτά αποτελούν χωριστό είδος, Τα φυτά είναι επίσης αναρριχώμενα και κάνουν λοβούς μακριούς, κυλινδρικούς, μάλλον λεπτούς και βαθειά πράσινους. Έχουν ελάχιστες ίνες και τρώγονται ολόκληρα, όταν είναι τρυφερά. Τα σπυριά είναι ωχρόλευκα με, χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα (βούλα) στη μέση. Καλλιεργούνται επιτυχώς στις γραμμές των καλαμποκιών ή στα αμπέλια, για χλωρά ή ξηρά κατανάλωση.

Ασθένειες-Οι συνηθέστερες αρρώστιες των φασολιών και πιο επιζήμιες είναι:


Ο άνθρακας των φασολιών. Οφείλεται σε ένα μικρομύκητα (Colletotrichum Lindemnthianum) ο οποίος προσβάλλει τα φύλλα, τα στελέχη και τους λοβούς των φασολιών, όπου προξενεί βαθουλωτές μαύρες βούλες, στρογγυλές, με περιθώριο μαυροκόκκινο, που κατατρώει τους ιστούς μέχρι τους σπόρους. Οι προκαλούμενες ζημίες κάποτε είναι τεράστιες. Οι προσβαλλόμενοι λοβοί δεν περιέχουν παρά σπόρους κακώς ανεπτυγμένους και αρρωστημένους με γεύση πικρίζουσα. Μερικές ποικιλίες είναι πολύ ευπαθείς όπως είναι π.χ. τα βουτυράτα, ενώ άλλες αντιθέτως αντέχουν όπως είναι τα μαύρα Βελγίου. Γενικά ευνοείται με καιρό βροχερό ή σε τοποθεσίες πολύ υγρές και μη καλώς αεριζόμενες. Καταπολεμιέται ή προλαμβάνεται με ραντίσματα βορδιγαλλείου πολτού (1%) αλλά για φασόλια που χρησιμοποιούνται μόνο τα σπυριά τους. Το αραίωμα των φυτών και ο περιορισμός των ποτισμάτων σταματούν το κακό.


Η σκωρίαση των φύλλων. Είναι μικρός μύκητας (Uromices phasceoli), ο οποίος προσβάλλει τα φύλλα και σχηματίζει σ’ αυτά πολλά και πυκνά στίγματα κιτρινοκόκκινα και κατόπιν μαύρα. Δεν κάνει συνήθως μεγάλες ζημίες. Τα αρρωστημένα φύλλα πρέπει γρήγορα, να μαζεύονται και να καίγονται.

Εχθροί-Έντομα:


Η Μαύρη μελίγκρα. Είναι το γνωστό ημίπτερο έντομο (Aphis papaveris), το οποίο αποτελεί τον συχνότερο αλλά και πολύ επικίνδυνο εχθρό των φασολιών, κουκιών κλπ. Όταν παρουσιάζεται στην αρχή της βλαστήσεως κατσαριάζει τα φύλλα και τις κορυφές, οπότε η καλλιέργεια μπορεί να καταστραφεί εξ ολοκλήρου. Ευνοείται με καιρό ολίγο ψυχρό και υγρό. Καταπολεμείται με μερικά ραντίσματα διαλύσεως καπνοσάπωνος (2 όκάδ. σαπούνι με 5-6 οκ. νερό), είτε με εντομοκτόνα φάρμακα. Τα ραντίσματα όμως πρέπει να εκτελούνται πολύ νωρίς, πριν κατσαρώσουν τα φύλλα, αλλιώς προτιμότερο να ανανεώνεται η σπορά.


Η Ακαρίαση των φύλλων. Οφείλεται σ’ ένα μικροσκοπικό ζώο, σαν μικρή αράχνη (Tetranychus Tellarius), το οποίο απορροφά τους χυμούς και αδυνατίζει τα φυτά. Παρουσιάζεται κυρίως σε περιόδους ξηρασίας. 01 διαβροχές με νερό δροσερό, Ιδίως στο κάτω μέρος των φύλλων, κάποτε είναι αρκετές για να απαλλάξουν τα φυτά από τη προσβολή αυτή. Αποτελεσματική καταπολέμησης επιτυγχάνεται με θειαφίσματα, τά όποια πρέπει να γίνονται τις βραδινές ή πρωινές ώρες, είτε με ραντίσματα με διάλυση σκέτου μαύρου σαπουνιού ή μαζί με καπνοζούμι.

Ο Βρούχος τών φασολιών. Είναι μικρό κολεόπτερο έντομο (Bruchus Obtectus), που μοιάζει εξαιρετικά με εκείνο των μπιζελιών και κουκιών,. αλλά παρουσιάζεται σπανιότερα. Καταπολεμείται με διθειούχο άνθρακα, όπως βάλλει τα φύλλα και σχηματίζει σ’ αυτά πολλά και πυκνά στίγματα κιτρινοκόκκινα και κατόπιν μαύρα. Δεν κάνει συνήθως μεγάλες ζημιές. Τα αρρωστημένα φύλλα πρέπει γρήγορα, να μαζεύονται και να καίγονται.

Πηγή: Ο πρακτικός οδηγός του λαχανοκηπουρού-Λάμπρου Οικονομίδου-Αθήναι 1940  
   http://www.ftiaxno.gr/

Αγγούρια - καλλιέργεια


Τα αγγούρια ή καστραβέτσια είναι μονοετή φυτά, της οικογενείας των Κολοκυνθωδών.
Έχουν φύλλα μεγάλα, παλαμοειδή και οδοντωτά με πέντε λοβούς, γκρίζα στη κάτω επιφάνεια και βαθειά πράσινα στην επάνω. Οι βλαστοί είναι τραχείς με γωνιές και πάντοτε έρποντες. Τα άνθη είναι μάλλον μικρά, κίτρινα και χωριστά το ένα γένος από το άλλο, στο αυτό φυτό.
Τα αρσενικά ανοίγουν ποιό γρήγορα και είναι άπλα (σκέτα), τα δε θηλυκά παρουσιάζονται μαζί με ωοθήκη στο κάτω μέρος, η οποία αφού γονιμοποιηθεί, μεγαλώνει και σχηματίζει το γνωστό αγγούρι.
Οι καρποί είναι κυλινδρικοί, συνήθως, ακανόνιστοι και διαφόρου μεγέθους, με φλοιό ομαλό ή με εξογκώματα ακανθωτά και χρώμα πράσινο βαθύ μέχρι λευκό. Οι σπόροι είναι μακρουλοί και ασπριδεροί, πολύ όμοιοι με εκείνους της πεπονιάς.

Τα αγγουριά απαιτούν χώματα αμμοαργιλλώδη, επαρκώς λιπασμένα και δουλευμένα με 2-3 βαθειά σκαψίματα. Η κοπριά αποτελεί το καλύτερο λίπασμα, σε ποσό 3-4000 οκάδ. κατά στρέμμα, αρκεί να είναι παλιά. Τα χημ. Λιπάσματα του τύπου 6-8- 8 δίδουν πολύ καλά αποτελέσματα, πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται σε τρεις δόσεις, 15-20 οκ. κάθε φορά. Δηλαδή, μία προ της σποράς και τις δύο άλλες, στη βλάστηση και να σκεπάζονται με τα σκαλίσματα.
Η συστηματική καλλιέργεια των αγγουριών έγκειται κυρίως, στη παραγωγή πρωίμων καρπών. Στα θερμά μέρη, όπως στα νησιά των Κυκλάδων και αλλού, όπου το κλίμα είναι σταθερώς ζεστό, η παραγωγή επιτυγχάνεται φυσιολογικώς, πολύ πρώιμη. Η σπορά, στους τόπους αυτούς γίνεται κατά Φεβρουάριο-Μάρτιο ή και νωρίτερα. Στα ψυχρά όμως μέρη όπου το κλίμα είναι πιο τραχύ, η σπορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά κατά τον Απρίλιο-Μάιο.
Ως τόσο για απόκτηση πρωίμων αγγουριών, πρέπει η σπορά να γίνεται νωρίς, το Φεβρουάριο-Μάρτιο, σε θερμοσπορεία και με σταθερή ζέστη 20-22 βαθμών. Οι σπόροι τοποθετούνται ανά 2-3 μέσα σε γλαστράκια, ή σε θέσεις επάνω σε παχύ στρώμα από φυτόχωμα και σε αποστάσεις 5- 6 πόντους, όπου σκεπάζονται ελαφρά, μόλις 1-2 πόντους το πολύ. Όταν αποκτήσουν 4-5 φύλλα διαλέγονται τα καλύτερα και μεταφυτεύονται, ανά ένα, σε γλαστράκια ή σε αραιότερες αποστάσεις 10-12 πόντους σε θερμοσπορεία με λιγότερη ζέστη (χλιαρά), όπου παραμένουν 2-3 εβδομάδες. Τότε για να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των πλαγίων βλαστών, εφαρμόζεται το πρώτο κλάδευμα. Προς τούτο, το στέλεχος εκάστου μικρού φυτού κόβεται με το νύχι, επάνω από το δεύτερο φύλλο, χωρίς να λογαριάζονται οι κοτυληδόνες. Μετά την πάροδο λίγων ημερών μεταφυτεύονται πάλι σε θαλπωρά είτε ψυχρά θερμοσπορεία, κατά αραιότερα διαστήματα ή σε γλαστράκια μεγαλύτερα. Ύστερα από 12-15 ημέρες μεταφυτεύονται πλέον στην οριστική τους θέση.
Η τελευταία μεταφύτευση γίνεται σε βραγιές ή σε σειρές κατά γραμμές, σε αποστάσεις 0.80-1 μ. και μεταξύ των 50-60 πόντους. Για την εργασία αυτήν ανοίγονται μικροί λάκκοι 20-80 πόντους πλάτους και βάθους, στους οποίους τοποθετούνται τα φυτά, καθένα, μέχρι του λαιμού και με το χώμα τους. Κατόπιν οι λάκκοι γεμίζονται με ένα-δύο φτυαριές καλοχωνεμένης κοπριάς, πατιούνται λίγο γύρω και ποτίζονται με αρκετό νερό. Εάν ο ήλιος είναι καυτερός, καλό είναι τα φυτά να σκεπάζονται με μερικά χόρτα για να περιορίζεται η εξάτμιση.

Η εργασία της μεταφυτεύσεως, κατά προτίμηση, πρέπει να γίνεται τις απογευματινές ώρες ή με καιρό συννεφιασμένο και δροσερό. Τα ποτιστικά αυλάκια πρέπει να χαράσσονται μακρύτερα από τις ρίζες 20-25 πόντους, για να μην έρχεται το νερό σε επαφή με αυτές, αλλά με απορρόφηση.
Με την πρόοδο της βλαστήσεως, οι δύο πρώτοι πλάγιοι βραχίονες, που αναπτύσσονται εξαιτίας του πρώτου κλαδεύματος, κόπτονται δ καθένας, σε 4-6 φύλλα, για να δημιουργηθούν νέες διακλαδώσεις, οι οποίες και θα καρποφορήσουν. Η εφαρμογή αυτή του κλαδεύματος είναι αναγκαία, ιδίως για την επιτυχία πρώιμης παραγωγής.
Για την καλλιέργεια των αγγουριών στα ανοικτά ή για όψιμη παραγωγή, η σπορά γίνεται απ' ευθείας επί τόπου δίχως καμία προετοιμασία των σπόρων ή κατόπιν προβλαστήσεως σε ζεστό κοπροσωρό. Πολλοί κηπουροί προτιμούν τη σπορά και ανάπτυξη των φυτών μέσα σε γλαστράκια, όπου αφού κάνουν λίγα φύλλα μεταφυτεύονται στις θέσεις τους.
Στη περίπτωση που οι σπόροι φυτεύονται αμέσως, η γη πρέπει να είναι καλά δουλευμένη με βαθειά σκαψίματα και λιπασμένη με ανάλογη χωνευμένη κοπριά. Κατά τη στιγμή της σποράς, ανοίγονται λάκκοι βάθους και πλάτους 25-30 πόντους, σε κανονικές αποστάσεις, οι οποίοι γεμίζονται με αρκετό κοπρόχωμα, ώστε να σχηματίζονται μικροί σωροί. Εάν πρόκειται η σπορά να γίνει σε βραγιές, τότε το χώμα μαζεύεται προς το μέσο, για να γίνεται είδος χαμηλού σαμαριού. Κατόπιν, γύρω στο κάθε σωρό, τοποθετούνται 3-4 σπόροι και σκεπάζονται ελαφρά σε βάθος 3-4 πόντους. Όταν βλαστήσουν και τα νέα φυτά αποκτήσουν 3-5 φύλλα διαλέγονται και διατηρούνται 1-2, τα καλύτερα, τα άλλα απορρίπτονται.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι καλλιεργητικές περιποιήσεις συνίστανται από 2-3 σκαλίσματα, τα οποία πρέπει να γίνονται εγκαίρως, μέχρις ότου σκεπασθεί όλη η επιφάνεια από τις αγγουριές. Επίσης τα ποτίσματα πρέπει να γίνονται τακτικά, κάθε 2-4 ήμερες, ώστε η γη να διατηρεί πάντοτε σχετική υγρασία. Ή παραμικρά ξηρασία είναι πολύ επιβλαβής για τις αγγουριές. Σταματά τη βλάστηση και προ πάντων, κάνει τα αγγούρια τραχεία και πικρά. Για αυτό, στα ελαφρά εδάφη και ατούς ζεστούς τόπους τα ποτίσματα πρέπει να είναι συχνότερα και αφθονότερα.
Για την επίσπευση και ενδυνάμωση της παραγωγής και στην ανοικτή καλλιέργεια, είναι αξιοσύστατη η εφαρμογή του κλαδεύματος, όπως έγινε λόγος για τις αγγουριές που μεταφυτεύονται. Δηλαδή, όταν τα φυτά αποκτήσουν 4-5 φύλλα πρέπει να κορφολογούνται επάνω από τα 2 κάτω φύλλα, για να δώσουν πλάγιους βλαστούς στις μασχάλες. Όταν οι νέοι αυτοί βλαστοί αποκτήσουν 7-8 φύλλα κόβονται ο καθένας επάνω από τα 4-5 φύλλα, για να αναπτυχθούν άλλοι βλαστοί τρίτης σειράς, οι οποίοι και θα καρποφορήσουν. Με την υποχρεωτική αυτή διάταξη της βλαστήσεως, επιτυγχάνεται μεγάλη πρωιμότητα, γιατί τα αρσενικά άνθη παρουσιάζονται στη 2η και 3η σειρά βλαστών, ενώ τα θηλυκά από την 3η σειρά και πέρα. Τα αγγούρια, κατά την συγκομιδή, πρέπει να μαζεύονται συχνά, κάθε δύο ημέρες τουλάχιστο, για να γίνονται άλλα. Πάντως να είναι τρυφερά και μόλις θεωρηθούν κατάλληλα για κατανάλωση. Προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τουρσί, πρέπει να συλλέγονται πολύ μικρά, στο μέγεθος ενός δακτύλου.
Για να υπάρχουν τρυφερά αγγούρια σε όλο το διάστημα του καλοκαιριού μέχρι τέλους του φθινοπώρου, πρέπει η σπορά να γίνεται κατά χρονικά διαστήματα από την άνοιξη ως τα τέλη Αυγούστου.
Παράγωγη απόρου.
Η απόκτηση καλού αγγουροσπόρου βασίζεται στην εκλογή των μητρικών φυτών, τα οποία πρέπει να είναι παραγωγικά και προ πάντων, να ανταποκρίνονται στην επιθυμητή ποικιλία. Αφού διαλεχτούν οι μάνες πρέπει σε κάθε ρίζα να αφήνονται μόνο 1-2 καρποί, από τους πρώτους, οι οποίοι να διατηρούνται μέχρις ότου να κιτρινίσουν και ωριμάσουν τελείως. Κατόπιν όταν σαπίσουν πλένονται και αποχωρίζονται οι σπόροι, οι οποίοι αφού στεγνώσουν φυλάσσονται σε μέρος ξηρό και σκοτεινό.
Η βλαστική δύναμη των σπόρων διαρκεί 4-6 χρόνια.

Μπάμια (Hibiscus esculentus L) Καλλιέργεια

μπαμιες
Η μπάμια  ανήκει στην οικογένεια των Malvaceae. Είναι φυτό που καλλιεργείται από τα αρχαία χρόνια στις Ινδίες και την Αίγυπτο από όπου και εξαπλώθηκε και στις χώρες της Μεσογείου.
Σήμερα καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις στη Βραζιλία, στις Ινδίες, στις ΗΠΑ, αλλά και σε χώρες της Αφρικής.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της μπάμιας καταναλώνεται σαν νωπός καρπός ενώ ένα σημαντικό μέρος επίσης μεταποιείται με κονσερβοποίηση, κατάψυξη, παραγωγή τουρσιού. Οι μπάμιες που έχουν μικρότερο μήκος από 10 εκ. χρησιμοποιούνται στην κονσερβοποίηση.
Οι καρποί που καταναλώνονται σαν νωποί έχουν μήκος 3-6 εκ. επειδή είναι πιο τρυφεροί και δεν έχουν ίνες.
Στις Ινδίες οι μπάμιες χρησιμοποιούνται επίσης αποξηραμένες και κονιορτοποιημένες σαν σκόνη καρπών σε διάφορα φαγητά.
Οι μπάμιες χαρακτηρίζονται από την μεγάλη τους περιεκτικότητα σε ακόρεστα λιπαρά οξέα. Επίσης οι ίνες από τους βλαστούς του φυτού χρησιμοποιούνται για παραγωγή σχοινιών. Οι μπάμιες είναι πλούσιες σε βιταμίνες και κυρίως σε βιταμίνη C, αλλά και σε Β1, Β6 και φυλλικό οξύ. Περιέχουν επίσης γλουταθειόνη , λουτείνη, καροτινιειδή, όπως επίσης και ανόργανα άλατα ασβέστιο, μαγνήσιο, ψευδάργυρο, κ.α.
Η βοτανική περιγραφή του φυτού
Είναι ένα ετήσιο φυτό, αν και υπάρχουν και πολυετείς ποικιλίες στην Αφρική. Η μπάμια μπορεί να φθάσει σε ύψος 0,5 έως 2 μέτρων. Η μπάμια αναπτύσσει ένα ημιξυλώδη βλαστό. Το ριζικό της σύστημα είναι πλούσιο και γι αυτό το φυτό είναι ανθεκτικό στην ξηρασία. Αποτελείται από μία κεντρική ρίζα και πολλές πλάγιες.
Τα φύλλα της είναι μεγάλα παλαμοειδή, με διαστάσεις 10-25 εκ. που φέρουν 3-5 λοβούς. Τα φύλλα της φέρουν τριχίδια. Τα άνθη της μπάμιας είναι κίτρινα, μεγάλα και σχηματίζονται στις μασχάλες των φύλλων.
Η άνθηση γίνεται 35- 55 ημέρες μετά την βλάστηση των σπόρων. Στην χώρα μας οι μπάμιες ανθίζουν από τις αρχές του καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο, ενώ τα άνθη της είναι αυτογόνιμα, αλλά σε ένα μικρό ποσοστό παρατηρείται σταυρεπικονίαση.
Ο καρπός της μπάμιας είναι επιμήκης κάψα, που φέρει γωνίες. Έχει πέντε χώρους και είναι πενταγωνικός. Οι διαστάσεις του ανάλογα με την ποικιλία, όταν βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, είναι 10-30 εκ. ο καρπός περιέχει 30-90 σπόρους.
Ποικιλίες
Υπάρχουν πολλές ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα. Οι κυριότερες είναι:
Μπογιατίου.
Καλλιεργείται κυρίως στην Αττική και είναι πρώιμη. Δίνει καλής ποιότητας καρπούς.
Πυλαίας.
Καλλιεργείται κυρίως στην Μακεδονία. Είναι πρώιμη ποικιλία. Ο καρπός της είναι καλής ποιότητας, έχει μικρό μέγεθος και την προτιμούν οι μεταποιητικές βιομηχανίες.
Μπ-35.
Είναι ποικιλία που προέρχεται από επιλογή σε τοπική ποικιλία. Είναι παραγωγική, πρώιμη ποικιλία, κατάλληλη και για ξερική καλλιέργεια.
Βελούδο
Έχει το πλεονέκτημα ότι δεν έχει τριχίδια, είναι δημιούργημα των υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας. Μέτριας παραγωγικότητας ποικιλία μεσοπρώιμη.
Λασιθίου
Καλλιεργείται κυρίως στην Κρήτη. Καρποί μικρού έως μέτριου μεγέθους.
Υπάρχουν επίσης πολλές ξένες ποικιλίες όπως είναι: η Perkins Spinelles, η Pusa sawari, κ.α.
Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις
Είναι φυτό ευαίσθητο στις χαμηλές θερμοκρασίες. Είναι φυτό που απαιτεί υψηλές θερμοκρασίες. Η διάρκεια της ημέρας επηρεάζει την ανάπτυξη των φυτών. Οι ημέρες μικρής διάρκειας ευνοούν την πρωιμότητα των καρπών και το μικρό μήκος των καρπών.
Η μπάμια δεν απαιτεί ιδιαίτερο είδος εδάφους. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε ελαφρά ή σε αργιλώδη εδάφη, με ρΗ 6,5-7.
Μπορεί να καλλιεργηθεί σαν ποτιστική αλλά και σαν ξερική καλλιέργεια.
Καλλιεργητικές τεχνικές
Η μπάμια πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Μπορεί να σπέρνεται άμεσα στο χωράφι ή σε σπορείο. Απαιτούνται 2,5-3 κιλά σπόρων το στρέμμα. Η απευθείας στο χωράφι σπορά γίνεται τον Απρίλιο- Μάιο, ενώ στο σπορείο στα τέλη του χειμώνα.
Η σπορά γίνεται σε γραμμές που απέχουν 40-50 εκ. και φυτό από φυτό σε κάθε γραμμή τα φυτά απέχουν 20-25 εκ. ενώ σε κάθε θέση τοποθετούν 2-3 σπόρους. Η φύτευση σε σπορείο και η μεταφύτευση των φυταρίων είναι καλύτερη τεχνική επειδή πρωιμίζει η παραγωγή με αποτέλεσμα να απολαμβάνει υψηλότερες τιμές ο παραγωγός.
Η μπάμια είναι ανθεκτική στην ξηρασία, αλλά η μεγάλη ξηρασία επιδρά δυσμενώς στο ύψος της παραγωγής. Η άρδευση μπορεί να γίνει με σταγόνες, ή με καταιονισμό ή με αυλάκια.
Η λίπανση που πρέπει να εφαρμόζεται είναι μία ποσότητα 2-3 τόνους κοπριάς το στρέμμα, 5-6 κιλά άζωτο, 5-6 κιλά φωσφόρο και 4-5 κιλά κάλιο.
Πρέπει να γίνεται καταπολέμηση των ζιζανίων με σκαλίσματα.
Οι βασικότεροι εχθροί της μπάμιας είναι οι αφίδες, ο τετράνυχος, διάφορα έντομα εδάφους, ενώ οι κυριότερες ασθένειες είναι η σεπτόρια, το ωίδιο και διάφορες αδρομυκώσεις.

Συγκομιδή
Οι καρποί της μπάμιας για νωπή κατανάλωση στην Ελλάδα συγκομίζονται όταν έχουν μικρό μέγεθος 3-4 εκ. επειδή τότε έχουν μεγαλύτερη τιμή στην αγορά.
Για βιομηχανική χρήση συγκομίζονται μπάμιες σε τρία μεγέθη. 3-6 εκ, 7-9 εκ και 9-12 εκ.
Γενικά οι αμερικανικές ποικιλίες είναι περισσότερο μεγαλόκαρπες σε σχέση με τις ελληνικές.
Οι αποδόσεις της μπάμιας στη χώρα μας κυμαίνονται μεταξύ 500 -700 κιλών το στρέμμα στις ξερικές και 700-1000 κιλά το στρέμμα στις ποτιστικές.

Ο καρπός της μπάμιας συντηρείται για 7-10 ημέρες στους 7-10ο C και σε σχετική υγρασία 85-90%.