Βλήτα, καλλιέργεια

βλητο
Το βλίτο ή αλλιώς βλίτρον ή βλιταράκι όπως επίσης συναντιέται ακόμα και ως γλίντρος αποτελεί μια μικρό και θαμνώδες μονοετές φυτό το οποίο δεν ξεπερνάει σε ύψος τα 80 εκατοστά, αλλά όμως η θέση του στις βραστές καλοκαιρινές σαλάτες μας είναι ιδιαίτερη και ξεχωρίζει. Το βλίτο φυτρώνει μόνο του ή και σπέρνεται ανάμεσα στα άλλα κηπευτικά των καλοκαιρινών περιβολιών.


Η κύρια αιτία της καλλιέργειάς του είναι το φύλλωμά αλλά και οι σπόροι του. Το αυτοφυές κόκκινο βλίτο που λέγεται αλλιώς και αγριόβλιτο και διαθέτει πλατιά φύλλα είναι αρκετά εντυπωσιακό. Το κόκκινο βλίτο συνήθως δεν τρώγεται αλλά αφήνεται σε γλάστρες και σε άκρες από τα περιβόλια για διακοσμητικούς καθαρά λόγους. Η έντονη και ίσως και γλυφή και συνάμα και δροσερή γεύση του βλίτου μας αναγκάζει να το βράζουμε σε συνδυασμό με διάφορα άλλα λαχανικά.



βλητα

Καλό είναι να αποφεύγουμε να καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες και ειδικά το ζουμί γιατί περιέχει ουσίες, μη ακριβώς προσδιορισθέντες ακόμη, που μπορεί να προκαλέσουν παροδική μείωση στη αντίληψη μας, εξ ου και ο χαρακτηρισμός « βλήτο» για κάποιους ανθρώπους. Ο χαρακτηρισμός «δεν τρώω κουτόχορτο», στο βλήτο αναφέρεται. Επίσης είναι τοξικό για πολλά ζώα όπως πρόβατα, γουρούνια κ.α.
Προσοχή!
Στην ίδια οικογένεια των σολανιδών (Solanaceae) ανήκουν τα δυο χόρτα που βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες, ο τάτουλας και η αγριοντοματιά, τα οποία θέλουν πολλή προσοχή μια και είναι δηλητηριώδη και θα τα βρείτε στις ίδιες ακριβώς περιοχές που αναπτύσσεται και το βλήτο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 Αγριοντοματιά μικρή



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο περίφημος τάτουλας













και εδώ στην φωτογραφία, αριστερά το βλήτο και δεξιά ο τάτουλας.


Πηγή: www.crete.gr  , laspistasteria.wordpress.com
http://www.fytokomia.gr 













Αγγούρια - καλλιέργεια


Τα αγγούρια ή καστραβέτσια είναι μονοετή φυτά, της οικογενείας των Κολοκυνθωδών.
Έχουν φύλλα μεγάλα, παλαμοειδή και οδοντωτά με πέντε λοβούς, γκρίζα στη κάτω επιφάνεια και βαθειά πράσινα στην επάνω. Οι βλαστοί είναι τραχείς με γωνιές και πάντοτε έρποντες. Τα άνθη είναι μάλλον μικρά, κίτρινα και χωριστά το ένα γένος από το άλλο, στο αυτό φυτό.
Τα αρσενικά ανοίγουν ποιό γρήγορα και είναι άπλα (σκέτα), τα δε θηλυκά παρουσιάζονται μαζί με ωοθήκη στο κάτω μέρος, η οποία αφού γονιμοποιηθεί, μεγαλώνει και σχηματίζει το γνωστό αγγούρι.
Οι καρποί είναι κυλινδρικοί, συνήθως, ακανόνιστοι και διαφόρου μεγέθους, με φλοιό ομαλό ή με εξογκώματα ακανθωτά και χρώμα πράσινο βαθύ μέχρι λευκό. Οι σπόροι είναι μακρουλοί και ασπριδεροί, πολύ όμοιοι με εκείνους της πεπονιάς.

Τα αγγουριά απαιτούν χώματα αμμοαργιλλώδη, επαρκώς λιπασμένα και δουλευμένα με 2-3 βαθειά σκαψίματα. Η κοπριά αποτελεί το καλύτερο λίπασμα, σε ποσό 3-4000 οκάδ. κατά στρέμμα, αρκεί να είναι παλιά. Τα χημ. Λιπάσματα του τύπου 6-8- 8 δίδουν πολύ καλά αποτελέσματα, πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται σε τρεις δόσεις, 15-20 οκ. κάθε φορά. Δηλαδή, μία προ της σποράς και τις δύο άλλες, στη βλάστηση και να σκεπάζονται με τα σκαλίσματα.
Η συστηματική καλλιέργεια των αγγουριών έγκειται κυρίως, στη παραγωγή πρωίμων καρπών. Στα θερμά μέρη, όπως στα νησιά των Κυκλάδων και αλλού, όπου το κλίμα είναι σταθερώς ζεστό, η παραγωγή επιτυγχάνεται φυσιολογικώς, πολύ πρώιμη. Η σπορά, στους τόπους αυτούς γίνεται κατά Φεβρουάριο-Μάρτιο ή και νωρίτερα. Στα ψυχρά όμως μέρη όπου το κλίμα είναι πιο τραχύ, η σπορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά κατά τον Απρίλιο-Μάιο.
Ως τόσο για απόκτηση πρωίμων αγγουριών, πρέπει η σπορά να γίνεται νωρίς, το Φεβρουάριο-Μάρτιο, σε θερμοσπορεία και με σταθερή ζέστη 20-22 βαθμών. Οι σπόροι τοποθετούνται ανά 2-3 μέσα σε γλαστράκια, ή σε θέσεις επάνω σε παχύ στρώμα από φυτόχωμα και σε αποστάσεις 5- 6 πόντους, όπου σκεπάζονται ελαφρά, μόλις 1-2 πόντους το πολύ. Όταν αποκτήσουν 4-5 φύλλα διαλέγονται τα καλύτερα και μεταφυτεύονται, ανά ένα, σε γλαστράκια ή σε αραιότερες αποστάσεις 10-12 πόντους σε θερμοσπορεία με λιγότερη ζέστη (χλιαρά), όπου παραμένουν 2-3 εβδομάδες. Τότε για να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των πλαγίων βλαστών, εφαρμόζεται το πρώτο κλάδευμα. Προς τούτο, το στέλεχος εκάστου μικρού φυτού κόβεται με το νύχι, επάνω από το δεύτερο φύλλο, χωρίς να λογαριάζονται οι κοτυληδόνες. Μετά την πάροδο λίγων ημερών μεταφυτεύονται πάλι σε θαλπωρά είτε ψυχρά θερμοσπορεία, κατά αραιότερα διαστήματα ή σε γλαστράκια μεγαλύτερα. Ύστερα από 12-15 ημέρες μεταφυτεύονται πλέον στην οριστική τους θέση.
Η τελευταία μεταφύτευση γίνεται σε βραγιές ή σε σειρές κατά γραμμές, σε αποστάσεις 0.80-1 μ. και μεταξύ των 50-60 πόντους. Για την εργασία αυτήν ανοίγονται μικροί λάκκοι 20-80 πόντους πλάτους και βάθους, στους οποίους τοποθετούνται τα φυτά, καθένα, μέχρι του λαιμού και με το χώμα τους. Κατόπιν οι λάκκοι γεμίζονται με ένα-δύο φτυαριές καλοχωνεμένης κοπριάς, πατιούνται λίγο γύρω και ποτίζονται με αρκετό νερό. Εάν ο ήλιος είναι καυτερός, καλό είναι τα φυτά να σκεπάζονται με μερικά χόρτα για να περιορίζεται η εξάτμιση.


Η εργασία της μεταφυτεύσεως, κατά προτίμηση, πρέπει να γίνεται τις απογευματινές ώρες ή με καιρό συννεφιασμένο και δροσερό. Τα ποτιστικά αυλάκια πρέπει να χαράσσονται μακρύτερα από τις ρίζες 20-25 πόντους, για να μην έρχεται το νερό σε επαφή με αυτές, αλλά με απορρόφηση.
Με την πρόοδο της βλαστήσεως, οι δύο πρώτοι πλάγιοι βραχίονες, που αναπτύσσονται εξαιτίας του πρώτου κλαδεύματος, κόπτονται δ καθένας, σε 4-6 φύλλα, για να δημιουργηθούν νέες διακλαδώσεις, οι οποίες και θα καρποφορήσουν. Η εφαρμογή αυτή του κλαδεύματος είναι αναγκαία, ιδίως για την επιτυχία πρώιμης παραγωγής.
Για την καλλιέργεια των αγγουριών στα ανοικτά ή για όψιμη παραγωγή, η σπορά γίνεται απ' ευθείας επί τόπου δίχως καμία προετοιμασία των σπόρων ή κατόπιν προβλαστήσεως σε ζεστό κοπροσωρό. Πολλοί κηπουροί προτιμούν τη σπορά και ανάπτυξη των φυτών μέσα σε γλαστράκια, όπου αφού κάνουν λίγα φύλλα μεταφυτεύονται στις θέσεις τους.
Στη περίπτωση που οι σπόροι φυτεύονται αμέσως, η γη πρέπει να είναι καλά δουλευμένη με βαθειά σκαψίματα και λιπασμένη με ανάλογη χωνευμένη κοπριά. Κατά τη στιγμή της σποράς, ανοίγονται λάκκοι βάθους και πλάτους 25-30 πόντους, σε κανονικές αποστάσεις, οι οποίοι γεμίζονται με αρκετό κοπρόχωμα, ώστε να σχηματίζονται μικροί σωροί. Εάν πρόκειται η σπορά να γίνει σε βραγιές, τότε το χώμα μαζεύεται προς το μέσο, για να γίνεται είδος χαμηλού σαμαριού. Κατόπιν, γύρω στο κάθε σωρό, τοποθετούνται 3-4 σπόροι και σκεπάζονται ελαφρά σε βάθος 3-4 πόντους. Όταν βλαστήσουν και τα νέα φυτά αποκτήσουν 3-5 φύλλα διαλέγονται και διατηρούνται 1-2, τα καλύτερα, τα άλλα απορρίπτονται.


Σε όλες τις περιπτώσεις οι καλλιεργητικές περιποιήσεις συνίστανται από 2-3 σκαλίσματα, τα οποία πρέπει να γίνονται εγκαίρως, μέχρις ότου σκεπασθεί όλη η επιφάνεια από τις αγγουριές. Επίσης τα ποτίσματα πρέπει να γίνονται τακτικά, κάθε 2-4 ήμερες, ώστε η γη να διατηρεί πάντοτε σχετική υγρασία. Ή παραμικρά ξηρασία είναι πολύ επιβλαβής για τις αγγουριές. Σταματά τη βλάστηση και προ πάντων, κάνει τα αγγούρια τραχεία και πικρά. Για αυτό, στα ελαφρά εδάφη και ατούς ζεστούς τόπους τα ποτίσματα πρέπει να είναι συχνότερα και αφθονότερα.
Για την επίσπευση και ενδυνάμωση της παραγωγής και στην ανοικτή καλλιέργεια, είναι αξιοσύστατη η εφαρμογή του κλαδεύματος, όπως έγινε λόγος για τις αγγουριές που μεταφυτεύονται. Δηλαδή, όταν τα φυτά αποκτήσουν 4-5 φύλλα πρέπει να κορφολογούνται επάνω από τα 2 κάτω φύλλα, για να δώσουν πλάγιους βλαστούς στις μασχάλες. Όταν οι νέοι αυτοί βλαστοί αποκτήσουν 7-8 φύλλα κόβονται ο καθένας επάνω από τα 4-5 φύλλα, για να αναπτυχθούν άλλοι βλαστοί τρίτης σειράς, οι οποίοι και θα καρποφορήσουν. Με την υποχρεωτική αυτή διάταξη της βλαστήσεως, επιτυγχάνεται μεγάλη πρωιμότητα, γιατί τα αρσενικά άνθη παρουσιάζονται στη 2η και 3η σειρά βλαστών, ενώ τα θηλυκά από την 3η σειρά και πέρα. Τα αγγούρια, κατά την συγκομιδή, πρέπει να μαζεύονται συχνά, κάθε δύο ημέρες τουλάχιστο, για να γίνονται άλλα. Πάντως να είναι τρυφερά και μόλις θεωρηθούν κατάλληλα για κατανάλωση. Προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τουρσί, πρέπει να συλλέγονται πολύ μικρά, στο μέγεθος ενός δακτύλου.
Για να υπάρχουν τρυφερά αγγούρια σε όλο το διάστημα του καλοκαιριού μέχρι τέλους του φθινοπώρου, πρέπει η σπορά να γίνεται κατά χρονικά διαστήματα από την άνοιξη ως τα τέλη Αυγούστου.
Παράγωγη απόρου.
Η απόκτηση καλού αγγουροσπόρου βασίζεται στην εκλογή των μητρικών φυτών, τα οποία πρέπει να είναι παραγωγικά και προ πάντων, να ανταποκρίνονται στην επιθυμητή ποικιλία. Αφού διαλεχτούν οι μάνες πρέπει σε κάθε ρίζα να αφήνονται μόνο 1-2 καρποί, από τους πρώτους, οι οποίοι να διατηρούνται μέχρις ότου να κιτρινίσουν και ωριμάσουν τελείως. Κατόπιν όταν σαπίσουν πλένονται και αποχωρίζονται οι σπόροι, οι οποίοι αφού στεγνώσουν φυλάσσονται σε μέρος ξηρό και σκοτεινό.
Η βλαστική δύναμη των σπόρων διαρκεί 4-6 χρόνια.

Χλωρόφυτο Chlorophytum comosum

Chlorophytum comosum variegatum  LILIACEAE


Chlorophytum comosum
Ένα από τα πιο δημοφιλή φυτά εσωτερικού χώρου για χρήση κρεμαστής γλάστρας. (αλλά και εξωτερικού χώρου μόνο υπό σκιά τους ζεστούς μήνες) . Στην φύση του το χρώμα του είναι πράσινο αλλά πλέον η πιο γνωστή ποικιλία είναι η δίχρωμη πράσινο με κρεμ-λευκό.  Δημιουργεί και μικρά λευκά άνθη. Από τα πιο σημαντικά φυτά για τον καθαρισμό της ατμόσφαιρας του σπιτιού σας.

Τοποθέτηση 
Σε δροσερά σκιερά ή ηµισκιερά µέρη. Ακόµη και στους εξωτερικούς χώρους στα ήπια κλίµατα. Όσο λιγότερος είναι ο φωτισµός που δέχεται τόσο περιορίζεται το µέρος του φύλλου που έχει λευκό χρωµατισµό. Μπορεί να χρησιµοποιηθεί και σαν "κρεµαστό".

Πότισμα
Ελέγχουµε την υγρασία του χώµατος παίρνοντας στα δάχτυλά µας λίγο επιφανειακό χώµα από τη γλάστρα, µέχρι 5 εκατ. βάθος, και το σφίγγουµε ελαφρά. Αν το χώµα σχηµατίσει µπάλα, αλλά µετά διαλύεται, λέµε ότι βρίσκεται στο ρόγο του και δεν χρειάζεται πότισµα. Αν δεν γίνεται µπάλα και είναι ξερό, ποτίζουµε αµέσως. Αν λασπώνει, ποτίζουµε πιο αραιά. Το καλοκαίρι ο έλεγχος της υγρασίας γίνεται πιο τακτικά (κάθε 2-3 ηµέρες).

Αλλαγή γλάστρας
Αν κρίνουµε ότι το φυτό χρειάζεται αλλαγή γλάστρας (εξαρτάται από την ανάπτυξή του) κάνουµε τα εξής:
Παίρνουµε µια µεγαλύτερη γλάστρα, βάζουµε χαλίκι στον πάτο της για στράγγιση και τοποθετούµε τύρφη ή έτοιµο φυλλόχωµα γεµίζοντας το 1/3 της γλάστρας.
Σύροντας ένα µαχαίρι κατά µήκος των τοιχωµάτων της παλιάς γλάστρας, αποκολλάµε το φυτό. Αναποδογυρίζουµε τη γλάστρα, κρατώντας τον κορµό του φυτού ανάµεσα στα δάχτυλά µας, και το βγάζουµε από τη γλάστρα.
Τοποθετούµε το φυτό στη νέα γλάστρα, χωρίς να σπάσουµε τη µπάλα του χώµατός του, και γεµίζουµε τον κενό χώρο µε τύρφη ή έτοιµο φυλλόχωµα. Συµπιέζουµε το νέο χώµα γύρω-γύρω µε τα δάχτυλά µας και ποτίζουµε. Η αλλαγή της γλάστρας γίνεται νωρίς την άνοιξη, πριν ζεστάνει ο καιρός.

Λίπανση 
Όταν είναι στην ανάπτυξη, οι απαιτήσεις του είναι αυξηµένες και θέλει πλήρες λίπασµα.


Χώμα
Κουµαρόχωµα ή κοκκινόχωµα µε τύρφη και κοπριά είναι κατάλληλο µίγµα.

πηγή: www.minagric.gr

Φίκος Ελαστικός Ficus elastica «decora» Moraceae

φίκος ελαστικός

Εκλογή
Προσέχετε να έχει υγιή και πρόσινα φύλλα, να µην είναι κατεστραµµένη η κορυφή του και ο βλαστός να είναι σε µεγόλο µήκος ξυλοποιηµένος (ψηµµένος), ένδειξη σκληραγωγίας του φυτού.
 

Πότισμα
Ελέγχουµε την υγρασία του χώµατος παίρνοντας στα δόχτυλό µας λίγο επιφανειακό χώµα από τη γλόστρα, µέχρι 5 εκατ. βόθος, και το σφίγγουµε ελαφρό. Αν το χώµα σχηµατίσει µπόλα, αλλό µετά διαλύεται, λέµε ότι βρίσκεται στο ρόγο του και δεν χρειόζεται πότισµα. Αν δεν γίνεται µπόλα και είναι ξερό, ποτίζουµε αµέσως. Αν λασπώνει, ποτίζουµε πιο αραιό. Το καλοκαίρι ο έλεγχος της υγρασίας γίνεται πιο τακτικό (κόθε 2-3 ηµέρες).

Αλλαγή γλάστρας
Αν κρίνουµε ότι το φυτό χρειόζεται αλλαγή γλόστρας (εξαρτόται από την ανόπτυξή του) κόνουµε τα εξής:
Παίρνουµε µια µεγαλύτερη γλόστρα, βόζουµε χαλίκι στον πότο της για στρόγγιση και τοποθετούµε τύρφη ή έτοιµο φυλλόχωµα γεµίζοντας το 1/3 της γλόστρας.
Σύροντας ένα µαχαίρι κατά µήκος των τοιχωµότων της παλιός γλόστρας, αποκολλόµε το φυτό. Αναποδογυρίζουµε τη γλόστρα, κρατώντας τον κορµό του φυτού ανάµεσα στα δόχτυλό µας, και το βγόζουµε από τη γλόστρα.
Τοποθετούµε το φυτό στη νέα γλόστρα, χωρίς να σπόσουµε τη µπόλα του χώµατός του, και γεµίζουµε τον κενό χώρο µε τύρφη ή έτοιµο φυλλόχωµα. Συµπιέζουµε το νέο χώµα γύρω-γύρω µε τα δόχτυλό µας και ποτίζουµε. Η αλλαγή της γλόστρας γίνεται νωρίς την όνοιξη, πριν ζεστόνει ο καιρός.
Λίπανση 
Όταν είναι στην ανάπτυξη, οι απαιτήσεις του είναι αυξηµένες και θέλει πλήρες λίπασµα.
Χώμα Χρησιµοποιούµε µίγµα που περιέχει κουµαρόχωµα ή χώµα κήπου µε τύρφη και καλά χωνεµένη κοπριά.
Υποστύλωση Για να βοηθήσουµε τη γρήγορη και κατακόρυφη ανόπτυξη του φυτού σε νεαρή ηλικία το υποστυλώνουµε.


Φυτό της ίδιας οικογένειας µε τις ίδιες απαιτήσεις είναι και ο Φίκος ο ποικιλόφυλλος και ο Φίκος ο λυρόφuλλος.

πηγή: www.minagric.gr

Κολοκύθια, καλλιέργεια


κολοκυθια
Καλλιέργεια: Η καλλιέργεια των κολοκυνθών και της κολοκύθας είναι παρόμοια με του πεπονιού και του αγγουριού που είναι και αυτά μέλη της οικογένειας των κολοκυνθών.

Απαιτούν ζεστές μέρες και νύχτες για να ωριμάσουν καλά.

Σπορά: 1.5-5 εκατοστά βάθος (αναλόγως την ποικιλία)
Απόσταση φύτευσης: Στις σειρές σε χωράφι: 60-70 εκ. / Ανάμεσα στις σειρές: 90-150 εκ.
Ημέρες βλάστησης: 5-10




Εποχή σποράς-Θερμοκρασία βλάστησης: Φυτεύουμε την άνοιξη όταν οι θερμοκρασίες είναι 21-35 C
Προτεινόμενη εποχή σποράς για υπαίθρια καλλιέργεια: Μάρτιο-Αύγουστο
Έδαφος: Κρατήστε το χώμα υγρό με σάπια φύλλα και βρεγμένα άχυρα ή χορτάρια όταν αρχίζουν οι ζέστες.

Συγκομιδή: Μαζέψτε τα καλοκαιρινά κολοκυθάκια όταν είναι μικρά για βραστά ή φρέσκα και μέχρι 20 εκατοστά για τηγανιτά. Τα μικρά κολοκυθάκια θα γίνουν υπερβολικά μεγάλα σχεδόν σαν κολοκύθες αν δεν τα κόψετε.

Οι χειμωνιάτικες κολοκύθες είναι έτοιμες για συγκομιδή όταν ο φλοιός τους χάνει τη φυσική λάμψη τους. Μετά από το στάδιο της πλήρης ανάπτυξής τους, αφήστε τις κολοκύθες άλλες 10-15 ημέρες να ωριμάσουν και κόψτε το κοτσάνι 3 εκατοστά πάνω από την κολοκύθα. Μην αφήσετε τα φρούτα να κρυώσουν. Αποθηκεύστε τες σε καλά αεριζόμενο μέρος με θερμοκρασίες 7-16°C.

Συγκαλλιέργεια κολοκυθιών

Τα κολοκύθια μπορούν να καλλιεργηθούν μαζί με καλαμπόκι-πεπόνι-τάτουλα-ραπανάκι-καπουτσίνο-κατιφέ-ρίγανη.
Ο κατιφές αποτρέπει τους κανθάρους και η ρίγανη παρέχει τη γενική προστασία παρασίτων. Το νεροκάρδαμο αποτρέπει τα ζωύφια.
Δεν καλλιεργούντε μαζί με πατάτες.

Ασθένειες: Τα κολοκύθια προσβάλλονται από περονόσπορο, ωίδιο, και βακτηριακή μάρανση. Για να αποτρέψετε τη μάρανση των κολοκυθιών διατηρήστε μία σταθερή υγρασία στο έδαφος.


Έντομα εχθροί: Ανακατέψτε στάχτη μέσα στο χώμα πριν την φύτεψη τους για να μειώσετε τα σκουλήκια των κολοκυνθών.

Για μικρές ποικιλίες άλλη μία στρατηγική είναι να τσιμπήσετε τις αναπτυσσόμενες κορφές τους, όταν φτάσουν τα 30-60 εκατοστά μάκρος.
Χρησιμοποιήστε πύρεθρο ή sabadilla για τον έλεγχο του σκαθαριού του αγγουριού  και του σκαθαριού των κολοκυνθών.
Καταστρέψτε τα αυγά του σκαθαριού της κολοκύθας με το χέρι ή τοποθετήστε τα σε ένα δοχείο με νερό και σαπούνι. Για να παγιδέψετε τα σκαθάρια του κολοκυθιού τοποθετήστε τάβλες ή σανίδες γύρω από την βάση των φυτών.
Τα σκαθάρια θα κρυφτούν από κάτω από τις σανίδες το βράδυ και μπορούν να μαζευτούν εύκολα νωρίς το πρωί.
Μερική έξτρα προστασία για τα σκουλήκια των κολοκυθών μπορεί να παρθεί, αν εφαρμόσουμε ροτενόνη γύρω από τη βάση των φυτών.
Κρατώντας τα φυτά κάτω από κάλυμμα μέχρι την ανθοφορία επιμηκύνει την επιβίωση του φυτού. Χρησιμοποιήστε ανθεκτικές ποικιλίες όπου έχετε πρόβλημα αν σας είναι εφικτό.

Σώσιμο σπόρου: Υπάρχουν 4 είδη από κολοκύθια και κολοκύθες.

Η διασταύρωση γίνεται συνήθως εύκολα μέσα στα ίδια είδη ποικιλιών και σπάνια μεταξύ ειδών.
Απομόνωσε τις ποικιλίες του ίδιου είδους με μικρότερη απόσταση 200 μέτρων για σπιτική χρήση.
Η παραγωγή αγνών σπόρων απαιτεί γονιμοποίηση με το χέρι ή απομόνωση από άλλη ποικιλία σε απόσταση 400-1600 μέτρων, αναλόγως την μεριά φύτεψης.

Πως γίνονται άσπερμα τα κολοκύθια και τα αγγούρια. 

Στα γεωπονικά ευρίσκονται δύο μέθοδοι για να κατορθώσει κανείς να κάνει κολοκύθια χωρίς σπόρο (άσπορα.
Κατά τους Καντιλίους αυτό κατορθώνεται αν βραχεί ο σπόρος που είναι για σπάρσιμο μέσα σε σηνάμινο έλαιο.
Κατά δε του Βάρωνα αν παραχωθούν οι καυλοί του φυτού και αφεθούν οι κορφές έξω, αφού δε μεγαλώσουν και αυτές και παραχωθούν οι κληματσίδες τους, αυτό δε να γίνει τρεις ή τέσσερις φορές και να κόβονται τα μεταξύ μέρη. Το τελευταίο μέρος της κολοκύνθης που δε συνεχίζεται με τα άλλα δίδει άσπερμα κολοκύθια. Αυτό μπορείς να το δοκιμάσεις και στα αγγούρια.
Πηγή: Γεωργική και οικιακή οικονομία παρά Γρηγόριου Παλαιολόγου-Τόμος 2ος-Εν Αθήναις 1835



Οδηγός ειδών ποικιλιών κολοκύθων και χαρακτηριστικά τους. (Cucurbita spp)

C. pepo: Οι ποικιλίες pepo συνήθως τρώγονται πριν την πλήρη ωρίμανσή τους σαν καλοκαιρινά κολοκυθάκια επειδή συνήθως δεν διατηρούνται για πολύ καιρό. Τα φρέσκα κολοκυθάκια είναι απαλά σε γεύση και συνήθως φτιάχνονται βραστά, ψητά ή τηγανιτά.

Η ποιότητα της σάρκας ελαττώνεται κατά την αποθήκευσή τους και οι περισσότερες ποικιλίες τρώγονται καλύτερα σε ένα μήνα από την συγκομιδή τους. Οι θαμνώδεις pepo ποικιλίες είναι καλύτερα να φυτεύονται στη σειρά. Δοκιμάστε κολοκύθες λούφα ή Tromboncino που είναι ανθεκτικές στα έντομα για παραγωγή κολοκυθιών.

C. maxima: Πολλές ποικιλίες από αυτή την ομάδα γίνονται αρκετά μεγάλες. Τα πάνε αρκετά καλά στη αποθήκευση, από μερικούς μήνες μέχρι ένα χρόνο ή και περισσότερο αναλόγως την ποικιλία. Η σάρκα έχει εξαίρετη υφή και πολύ καλή γεύση. Δυστυχώς οι ποικιλίες maxima είναι γενικώς ευαίσθητες στη μάρανση, στα σκουλήκια και σε άλλα έντομα.


C. moschata: Οι ποικιλίες moschata είναι εξαιρετικές για διατήρηση. Η σάρκα τους είναι συνήθως πορτοκαλί στο χρώμα, γευστικές, γλυκές και συχνά μυρωδάτες. Οι moschata ταιριάζουν για πίτες και κέικ, αφού συχνά ψήνονται ή βράζονται. Οι ποικιλίες αυτές έχουν καλή αντοχή στο σκουλήκι των κολοκυθιών και στο σκαθάρι του αγγουριού όταν τα φυτά περάσουν το στάδιο του σπόρου. Κατά την περίοδο της ανάπτυξης των φυτών, οι ποικιλίες moschata χρειάζονται βραδινές θερμοκρασίες πάνω από 16°C για να αναπτυχτούνε καλά.


C. argyrosperma: Οι περισσότερες μίξης έχουν μακρά παράδοση να καλλιεργούνται στο νότο και είναι λιγότερο δημοφιλής από ότι τα παλιά χρόνια. Το φρέσκο τους χρώμα είναι συνήθως απαλό κίτρινο ή κρεμώδης, με χονδροειδές κάπως σχήμα και δεν είναι τόσο γλυκές και γευστικές όσο οι maxima και οι moschatas.

Συνήθως μαγειρεύονται με γλυκαντικά όπως μαύρη ζάχαρη ή ψήνονται με γεμιστά μίγματα. Μερικές καλλιεργούνται κυρίως για τους γευστικούς και μεγάλους σπόρους τους που κάνουν πολύ καλά σνακ. Όπως οι moschata έχουν καλή αντίσταση στο σκουλήκι των κολοκυθιών και στο σκαθάρι του αγγουριού. Σαν ποικιλία έχουν την καλύτερη αντοχή στην ξηρασία.


Ποικιλίες κολοκυνθειών

Grey-C. pepo

Ωρίμανση: 52-60 ημέρες
Μικρομεσαίο κολοκυθάκι με γκρι-πράσινο χρώμα. Έχει εξαιρετική γεύση και υφή.
Γίνονται γεμιστά, ψητά, βραστά. Συνεχίζει να παράγει κολοκυθάκια για πολύ καιρό.



Costata Romanesco-C. pepo

Ωρίμανση: 52-60 ημέρες
Έχει μεγάλα φύλλα με γκρι-πράσινα και ανοιχτού πράσινου νευρώσεις και κηλίδες. Ιταλικού τύπου. Έχει πολύ γρήγορη παραγωγή σε κολοκύθια και αργότερα καλή παραγωγή σε αρσενικά λουλούδια που μπορούν να γίνουν γεμιστά. Η σάρκα του είναι νόστιμη και με μαλακό δέρμα. Αν το αφήσετε να γίνει κολοκύθα μπορείτε να το κάνετε ψητό σε πίτες.



Early Prolific Straightneck-C. pepo
Ωρίμανση: 48-50 ημέρες
Τα κολοκύθια είναι ίσα με χρώμα λεμονί κίτρινο και το σχήμα τους δεν είναι πάντα ομοιόμορφο.. Η ποιότητα και η γεύση τους είναι εξαιρετική. Τα φυτά είναι μεγάλα, ανθεκτικά, και παραγωγικά.





Ανοιχτοπράσινα κολοκυθάκια-C. Pepo


Spaghetti Squash-C. Pepo

Ωρίμανση: 90 ημέρες
Οι κολοκύθες γίνονται 20-25 πόντους περίπου και από αχνές κίτρινες γίνονται κιτρινωπές όταν ωριμάσουν. Η σάρκα του είναι απαλή κίτρινη και σπάει σε μικρές λωρίδες όπως του σπαγγέτι. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πίτες ή να φαγωθεί βραστό. Βράζουμε για 20 έως 30 λεπτά και αφαιρούμε τη σάρκα με το πιρούνι.



Rouge Vif D'Ιtampes-C. maxima
Ωρίμανση: 110 ημέρες
Γαλλική παλιά ποικιλία προ του 1900. Έχει κοκκινωπό πορτοκαλί καρπό. Στρογγυλή ριγωτή ομοιόμορφη κολοκύθα κατάλληλη για πίτες και διακόσμηση. Είναι γνωστή σαν την ποικιλία της σταχτοπούτας ‘Cinderella’. Κάνει κολοκύθες βάρους 5-12 κιλών. Αποθηκεύεται πολύ καλά


Luffa edible-Ποκιλία κολοκύθας για φυσικό σφουγγάρι

Ωρίμανση: 150 ημέρες
Θέλουν πολύ καιρό να ωριμάσουν για αυτό φυτέψτε από νωρίς. Είναι ανθεκτικές στα έντομα και γίνονται μεγάλες και αναρριχόμενες, για αυτό δώστε τους αρκετό χώρο. Όταν ωριμάσουν πλήρως τα βάζετε σε ζεστό νερό να μαλακώσει η εξωτερικός φλοιός τους τα καθαρίζεται και μένει ο σκληρός εσωτερικός φλοιός τους που χρησιμοποιήστε σαν σφουγγάρι ή φίλτρο.






καρπούζι - καλλιέργεια



Ένας από τους πιο δροσιστικούς καρπούς του καλοκαιριού είναι αυτός του φυτού της καρπουζιάς. 
καρπούζι
Χαρακτηριστικό του γνώρισμα αποτελεί η συνήθως ερυθρόχρωμη ιδιαιτέρως απολαυστική πλούσια υδαρής σάρκα του η οποία μπορεί να καταναλώνεται κυρίως υπό τη μορφή δροσιστικού φρούτου, αναψυκτικού, ποτού ή ελαφρού φαγητού με τη συνοδεία του περίφημου τυριού της φέτας.
Το επιστημονικό όνομά του είναι Κίτρουλλος εριώδης (Citrullus lanatus) και ανήκει στην οικογένεια των Κολοκυνθοειδών (Cucurbitaceae). Η νεοελληνική ονομασία του είναι υδροπέπων. Άλλες ονομασίες που το χαρακτηρίζουν είναι Σίκυς ο υδροπέπων, πατιχιά, πατισχιά, πατίχα ή σαρακινοπέπονο. Κατάγεται από την κεντρική αφρικανική ήπειρο.
Σήμερα καλλιεργείται παγκοσμίως σε μεγάλες εκτάσεις, αλλά το καλλιεργούσαν εντατικά ήδη από την Αρχαιότητα κυρίως στην Αίγυπτο. Όσον αφορά στους Αρχαίους Έλληνες ενδεχομένως να γνώριζαν την ύπαρξή του (πχ Γαληνός) και ίσως να το ονόμαζαν μηλοπέπων, παρ’ όλο που αρκετοί μελετητές διχογνωμούν ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό της λέξεως.
Υπάρχουν αρκετές ποικιλίες αλλά άξιες αναφοράς είναι 5:
  • Η τσινκουαντίνα, η οποία χαρακτηρίζεται από παχιά φλούδα και σάρκα όχι πολύ γλυκιά
  • Η ρομανιόλα ή Γαλλική, της οποίας η φλούδα έχει μεσαίο πάχος και  εξωτερικά έχει χρωματικές λωρίδες πράσινες και μαυριδερές
  • Η λομβαρδική, χαρακτηρίζεται από το μεγάλο της καρπό τη λεπτή φλούδα τη σακχαρώδη σάρκα και τους πολυάριθμους σπόρους και είναι ελάχιστα παραγωγική
  • Η Κλοντλάικ, μέσο - όψιμη με μεγάλο και μακρουλό καρπό λεπτή φλούδα και ανθεκτική στις μεταφορές
  • Η μπέιμπι σούγκαρ, η οποία είναι πρώιμη με μεγάλο καρπό
Στην Ελλάδα καλλιεργούνται κυρίως τρείς ποικιλίες: η λευκόσαρκη, η μοσχάτη και η κοινή (ερυθρόσαρκη)
Η καλλιέργειά του στην Ελλάδα ξεκινάει από τις αρχές της άνοιξης έως τις αρχές του καλοκαιριού. Είναι μια ετήσια καλλιέργεια με βλαστό έρποντα και φύλλα μεγάλα και χνουδωτά. Τα άνθη της βγαίνουν 6 με 7 εβδομάδες από την βλάστηση του σπόρου και πρόκειται συνήθως για μονήρη άνθη. Πρώτα εμφανίζονται τα αρσενικά και μετά τα θηλυκά. Τα φυτά είναι αυτόγαμα. Η επικονίαση γίνεται με έντομα.

 Ασθένειες
Δυστυχώς, το φυτό της καρπουζιάς είναι επιρρεπές σε φυτοπαθολογικά προβλήματα εξ αιτίας διαφόρων ασθενειών και κυρίως αυτών που σχετίζονται με το έδαφος ως προς την προέλευσή τους. Η πιο καταστροφική προσβολή η οποία είναι σε θέση ακόμα και να εξολοθρεύσει μία παραγωγική καλλιέργεια θα υποστηρίζαμε ότι αποτελεί η ανδρομύκωση του φουζαρίου.

Φουζάριο σε καρπουζιά
Το φουζάριο είναι ένας μύκητας ο οποίος κυρίως φράσσει τα αγγεία του φυτού εμποδίζοντας την τροφοδοσία των υπέργειων τμημάτων σε νερό και θρεπτικά στοιχεία με επίπτωση συνήθως την ολοκληρωτική καταστροφή της καρπουζιάς. Εάν κάποια φυτά γλιτώσουν από την ασθένεια πιθανώς θα επιτύχουν μία υποβαθμισμένη ποιοτικά και ποσοτικά παραγωγή καρπουζιών. Για αυτό καλό θα ήταν να αποφεύγουμε να καλλιεργούμε δύο συνεχόμενες καλλιεργητικές περιόδους φυτά καρπουζιάς στο ίδιο χωράφι εάν θέλουμε να έχουμε μεγάλη παραγωγή. Επιπροσθέτως, αξιοσημείωτη ζημία, αλλά σε μικρότερη έκταση, μπορεί να προξενήσει η προσβολή από φυτοπαθογόνο νηματώδη.

Καλλιέργεια


Η καρπουζιά προτιμά αφράτα και ηλιόλουστα εδάφη προσχωσιγενή πλούσια και κατά προτίμηση καλά αποσυντιθέμενες οργανικές ουσίες. Δεν πρέπει η καλλιέργεια να παρατείνεται στο ίδιο μέρος για πάνω από ένα έτος.

Είναι απαραίτητη η καλή λίπανση με φώσφορο και κάλιο. Το δεύτερο ευνοεί στο μεταβολισμό των σακχάρων με συνέπεια γλυκά και εύγευστα καρπούζια.
Η σπορά γίνεται μεταξύ Απριλίου και Μαΐου με το φύτεμα 3-4 σπόρων ανά τρύπα στην οποία ύστερα μπαίνει καλά χωνεμένη κοπριά και χώμα ανακατεμένο ακολουθεί ένα καλό πότισμα.
Κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας πρέπει να γίνει αντιμετώπιση των ζιζανίων με χημικά μέσα η με το παραδοσιακό βοτάνισμα. Για τα φυτά μας το πότισμα είναι απαραίτητο όμως χρειάζεται πολύ προσοχή γιατί είναι απαραίτητο να γίνετε μετά την ανατολή του ηλίου ή νωρίς το πρωί. Είναι επίσης απαραίτητο το κορφολόγημα του κεντρικού βλαστού και των πλευρικών για να μειώσουμε των αριθμό καρπών ανά φυτό.
Καλό είναι να γίνεται και μια λίπανση επιφανείας γιατί η καρπουζιά είναι πολύ απαιτητικό φυτό.
Η συγκομιδή γίνεται σταδιακά από τον Ιούλιο ως και τον Αύγουστο τις βραδινές ώρες μια ένδειξη ωριμάνσεως είναι η απώλεια της γυαλάδας του καρπού. Προσοχή ο καρπός πρέπει να αφαιρείται χωρίς τον ποδίσκο.
Απαιτήσεις σε νερό
Το καρπούζι αποτελείται κατά 90% από νερό, οπότε η επάρκεια νερού είναι καθοριστική κατά την ανάπτυξη του φυτού και του καρπού. Έλλειψη νερού μπορεί να προκαλέσει κενά στον αγρό και μείωση της φυλλικής επιφάνειας και κυρίως της σοδειάς. Η επάρκεια νερού είναι σημαντική κατά τη βλαστική ανάπτυξη αλλά τελείως καθοριστική κατά την περίοδο της ανθοφορίας και της ανάπτυξης του καρπού. Η συχνότητα και η διάρκεια της άρδευσης εξαρτάται κυρίως από τις καιρικές συνθήκες, τον τύπο του εδάφους και από μερικές εδαφογενείς ασθένειες, κυρίως μετά τη δωδέκατη εβδομάδα.

Οι περισσότεροι αγροί καρπουζιού αρδεύονται με ψεκασμό. Αυτό μπορεί να είναι ένα σύστημα που αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, (πολύ αποτελεσματικό για αγρούς με ορθογώνιο σχήμα) ή με ένα μεγάλο μεταφερόμενο σωλήνα ή με ένα σταθερό σύστημα από φορητούς σωλήνες . Επίσης, η στάγδην άρδευση είναι μια διαδεδομένη μέθοδος στους αγρούς καρπουζιού. Αυτή η μέθοδος είναι πολύ αποτελεσματική για φυτά που καλλιεργούνται με πλαστική κάλυψη. Με την στάγδην άρδευση χρησιμοποιείται 40% λιγότερο νερό, φυτρώνουν λιγότερα ζιζάνια, και επιτυγχάνονται πρωιμότερες σοδειές. Η άρδευση πρέπει να γίνεται 2-3 φορές την εβδομάδα (σε ευνοϊκές καιρικές συνθήκες)  με 15,25-24,4 cm3 να χορηγούνται σε κάθε άρδευση. Ο κύριος στόχος της άρδευσης είναι να διατηρήσει την εδαφική υγρασία σε όλες τις περιόδους αλλά χωρίς να γίνει κατάκλιση.


Διαμόρφωση

Οι μίσχοι της καρπουζιάς πρέπει να αναστραφούν ή να προσαρμοστούν οι καταβολάδες στην κατάλληλη κατεύθυνση. Μ΄ αυτό τον τρόπο διατηρούνται καθαρά τα αυλάκια  για να διευκολύνεται η κίνηση και η καλλιέργεια ανάμεσα στα φυτά χωρίς να πληγώνονται οι μίσχοι. Αυτή η διαμόρφωση πρέπει να γίνει πριν οι καταβολάδες εγκατασταθούν με ρίζες και πρέπει να γίνει μια φορά σε κάθε καταβολάδα ώστε να αποφευχθούν ζημιές και στριφογυρίσματα του μίσχου.

Κλάδεμα

Τα φυτά του καρπουζιού πρέπει να κλαδεύονται για αποφυγή υπερβολικής καρπόδεσης έτσι ώστε να παραμείνει ο σωστός αριθμός καρπών με το κατάλληλο εμπορικό μέγεθος. Με το πρώτο κλάδεμα απομακρύνονται όλοι οι κακοσχηματισμένοι (μη εμπορικοί) καρποί ενώ με το δεύτερο απομακρύνονται όλοι οι καρποί που σχηματίστηκαν όψιμα ώστε να αυξηθούν σε μέγεθος αυτοί που θα απομείνουν. Μετά το κλάδεμα πρέπει να υπάρχουν δυο καρποί ανά μίσχο.

Μέθοδοι πολλαπλασιασμού

Ο πολλαπλασιασμός της καρπουζιάς μπορεί να επιτευχθεί είτε με το σπόρο είτε με μοσχεύματα. Η φύτευση γίνεται συνήθως με το χέρι σε υπερυψωμένες κλίνες που λέγονται λόφοι, ή μηχανικά σε αυλάκι σποράς. Η φύτευση πρέπει να γίνεται όταν το έδαφος είναι υγρό.

Σπόρος

Ο σπόρος του καρπουζιού φυτρώνει σε θερμοκρασίες μεταξύ 200C -350C. Η σπορά πρέπει να καθυστερείται ώσπου να περάσει ο κίνδυνος παγετού. Όταν  γίνει νωρίτερα, πολλοί παραγωγοί συμπληρώνουν την πρώτη σπορά με μια δεύτερη 7-10 μέρες αργότερα δεδομένου ότι κάποιοι σπόροι θα χαθούν από το ψύχος. Αυτή είναι μια δαπανηρή μέθοδος όταν χρησιμοποιούνται υβρίδια και δεν αντισταθμίζεται με τα έσοδα από τα πρώιμα καρπούζια.

Μοσχεύματα

Τα μοσχεύματα χρησιμοποιούνται συχνότερα επειδή ο σπόρος κοστίζει πολύ. Όταν  επιδιώκεται πρώιμη παραγωγή, ο παραγωγός μπορεί να χρησιμοποιήσει μοσχεύματα οπότε αρχίζει την παραγωγή 2-3 εβδομάδες νωρίτερα σε σχέση με τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν σπόρο.  Υπάρχουν διάφορες φροντίδες κατά την χρησιμοποίηση μοσχευμάτων. Όταν χρησιμοποιούνται μοσχεύματα είναι σημαντικό να επιβεβαιωθεί ότι το πολλαπλασιαστικό υλικό είναι σε ηλικία μικρότερο των επτά εβδομάδων. Η επιτυχία εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες: εμπορικός σπόρος απαλλαγμένος από ζιζάνια, έντομα και ασθένειες, επάρκεια νερού και θερμοκρασίας, επάρκεια φωτισμού υψηλής ποιότητας και 3-4 μέρες περίοδος σκλήρυνσης.

Ένας επιπρόσθετος παράγοντας είναι ότι τα καρπούζια παθαίνουν μεταφυτευτικό σοκ και δεν πρέπει να διαταράσσονται. Γι’ αυτό το λόγο τα μοσχεύματα θα πρέπει να μεταφέρονται στους αγρούς στις ίδιες κλούβες μέσα στις οποίες αναπτύσσονται και οι οποίες πρέπει να είναι αρκετά μεγάλες ώστε να μην περιορίζεται το ριζικό τους σύστημα.


Κάλυψη με πλαστικό

Η κάλυψη με μαύρο πολυαιθυλένιο μπορεί να παρέχει πολλά πλεονεκτήματα στην καλλιέργεια του καρπουζιού, τα οποία είναι: μείωση των εξόδων για την καταπολέμηση πρώιμων ζιζανίων, βελτίωση της πρώιμης ανάπτυξης και εγκατάστασης της καλλιέργειας, μπορεί επίσης να αυξήσει την δράση των νηματοδοκτόνων, ελαχιστοποιεί την διήθηση των διαλυτών στοιχείων κατά τη διάρκεια ισχυρών βροχοπτώσεων και διατηρεί ένα πιο ομοιόμορφο επίπεδο υγρασίας μεταξύ των αρδεύσεων.

Επικονίαση

Tα φυτά του καρπουζιού παράγουν ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη στον ίδιο βλαστό. Ένα θηλυκό άνθος μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί από τη διόγκωση στη βάση του, η οποία μοιάζει με ένα μικροσκοπικό καρπούζι. Κανονικά το θηλυκό άνθος πρέπει να συναντάται κάθε επτά με δέκα γόνατα. Γι’ αυτό το λόγο τα φυτά παράγουν περίπου δεκαπλάσια αρσενικά άνθη σε σχέση με τα θηλυκά. Επικονίαση είναι η μεταφορά της γύρης από το αρσενικό άνθος στο θηλυκό. Η γύρη πρέπει να μεταφέρεται από άνθος σε άνθος με τα έντομα-επικονιαστές, κυρίως με τις μέλισσες. Για κατάλληλη επικονίαση ένα θηλυκό άνθος πρέπει να δεχτεί πάνω από οχτώ επισκέψεις μελισσών. Αν δεν τοποθετηθεί αρκετή γύρη σε κάθε θηλυκό άνθος, η καρπουζιά  είτε δεν θα παράγει καρπούς, είτε θα είναι κακοσχηματισμένοι και πιθανώς θα αφαιρεθούν κατά τη συγκομιδή. Και οι δυο αυτές περιπτώσεις καταλήγουν σε μείωση της σοδειάς και της ποιότητας. Τα θηλυκά φυτά που δεν δένουν κανονικά χάνουν το πράσινο χρώμα τους, συρρικνώνονται, συχνά γίνονται μαύρα και τελικά αποβάλλονται (αποχωρίζονται από το μίσχο). Οι μέλισσες επισκέπτονται τα καρπούζια κυρίως το πρωί, μια με δύο ώρες μετά την ανατολή του ήλιου μόλις τα άνθη ανοίγουν. Οι επισκέψεις συνεχίζονται μέχρι το απόγευμα ανάλογα με τη θερμοκρασία και τις υπόλοιπες καιρικές συνθήκες. Τα μέσα του μεσημεριού είναι συνήθως η περίοδος που οι μέλισσες έχουν τη μέγιστη δραστηριότητα, εντούτοις συννεφιασμένος, βροχερός καιρός ή άκαιρο ψύχος συνήθως περιορίζουν την δραστηριότητα των μελισσών. Τα χαρακτηριστικά άνθη του καρπουζιού ανοίγουν μόνο για μια μέρα και πρέπει να επικονιαστούν αποτελεσματικά αυτή τη μέρα για να επιτευχθεί μια καλή σοδειά. Τα άνθη του καρπουζιού δεν είναι ελκυστικά προς τις μέλισσες. Γι’ αυτό το λόγο τα ανθισμένα ζιζάνια ή τα άλλα φυτά μπορούν ανταγωνιστούν τα καρπούζια. Όπου είναι δυνατόν πρέπει να καταστρέφονται ζιζάνια τα οποία μπορεί να ανθίζουν συγχρόνως με τα φυτά του καρπουζιού.

Συγκομιδή

Η συγκομιδές αρχίζουν περίπου 30 μέρες μετά την πλήρη άνθιση και συνεχίζονται για πολλές εβδομάδες με 3-4 κοψίματα σε διαστήματα των 3-5 ημερών. Τα καρπούζια πρέπει να συλλέγονται στο ώριμο στάδιο όπου η περιεκτικότητα σε σάκχαρα είναι η μέγιστη. Η ωρίμανση στα καρπούζια είναι δύσκολο να καθοριστεί επειδή ο καρπός δεν αποκολλάται από το μίσχο. Η σάρκα από ένα χαρακτηριστικό κοκκινόσαρκο καρπούζι αλλάζει από το άγουρο ροζ χρώμα στο κόκκινο της ωρίμανσης, και μετά περνάει στην υπερωρίμανση μέσα σε διάστημα 10-14 μέρες .

Οι παραγινωμένοι καρποί έχουν υδαρή, μαλακή υφή και λίγα σάκχαρα. Γενικά, ο καρπός έχει ωριμάσει όταν ο καρπός που χτυπιέται ελαφρά με τον αντίχειρα βγάζει υπόκωφο ήχο, ο πιο κοντινός στον καρπό έλικας νεκρώνεται και οι λεπτές τρίχες στο μίσχο εξαφανίζονται.. Επιπρόσθετες ενδείξεις για την ωριμότητα είναι η αλλαγή του χρώματος των κηλίδων από γκρίζο-άσπρο σε ανοιχτό πράσινο. Ο φλοιός γίνεται σκληρός για να σχιστεί με το νύχι και οι άκρες στρογγυλεύουν. Όταν ωριμάζουν εμφανίζεται ένα σκονισμένο κάλυμμα δίνοντας στον καρπό μια θαμπή εμφάνιση και τραχιά  αίσθηση.


Μαζί με τις δυσκολίες προσδιορισμού του χρόνου συγκομιδής υπάρχουν και άλλες δυσκολίες που σχετίζονται με τη συγκομιδή των καρπουζιών. Αν ο αγρός έχει δεχθεί άφθονο νερό, τα καρπούζια μπορεί να ραγίσουν, ιδιαίτερα αν συγκομίζονται πρωί όταν είναι «πρησμένα». Οι πιθανότητες να σπάσουν μπορούν να μειωθούν αν η συγκομιδή γίνει το απόγευμα και αν οι καρποί κόβονται αντί να τραβιούνται. Στοιβάζοντας τα καρπούζια στην άκρη αντί στο τέλος επίσης μειώνεται ο κίνδυνος να σπάσουν.


Τα καρπούζια αποθηκεύονται σε υψηλότερες θερμοκρασίες και σε χαμηλότερη υγρασία σε σχέση με τα πεπόνια (10-15 °C, 90% σχετική υγρασία). Η αποθήκευση για παρατεταμένες περιόδους κάτω από 10 °C μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμούς λόγω ψύχους : για παράδειγμα, μια εβδομάδα στους 0 °C μπορεί να προκαλέσει βαθουλώματα, απώλεια χρώματος και γεύσης. Στους 10-15 °C μπορούν διατηρηθούν 2-3 εβδομάδες μετά τη συγκομιδή. Εντούτοις το κόκκινο χρώμα βαθμιαία αλλοιώνεται.